Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

Οι ταινίες που αγαπήσαμε 28: Ράμπο: Το Πρώτο Αίμα / First Blood (1982)


Rambo: First Blood

Βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ντέιβιντ Μορέλ, από το 1972 και θεωρείται πρωτοποριακή και κλασική πλέον στο είδος. Η μεγάλη της επιτυχία στάθηκε αφορμή για μια σειρά επιτυχιών για τον πρωταγωνιστή Σιλβέστερ Σταλόνε στο ρόλο του ήρωα δράσης και οδήγησε σε τρεις συνέχειες.

Υπόθεση: Ο Τζων Ράμπο (Σιλβέστερ Σταλόνε), ένας παρασημοφορημένος ήρωας των Ειδικών Δυνάμεων και πρώην βετεράνος του Βιετνάμ, αντιμετωπίζει έντονα το πρόβλημα της επιβίωσης.
Αναζητεί τον Ντέλμαρ Μπάρυ, έναν φίλο από την παλιά του μονάδα, όμως φτάνοντας στο σπίτι του, μαθαίνει από τη γυναίκα του Μπάρυ ότι εκείνος πέθανε ένα χρόνο πριν από καρκίνο, τον οποίο «έφερε από το Βιετνάμ» (συνέπεια, πιθανώς, των χημικών που έριχναν οι Αμερικάνοι στη ζούγκλα του Βιετνάμ για να αντιμετωπίσουν τις δυνάμεις των Βιετκόνγκ). Ο Ράμπο, συνειδητοποιεί ότι είναι πλέον ο τελευταίος της μονάδας του. Δίνει στη χήρα του φίλου του μια παλιά φωτογραφία τους από το στρατό και φεύγει δίχως να έχει συγκεκριμένο στόχο.


Φτάνει με τα πόδια σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, την Χόουπ, όπου τον συναντά στον δρόμο ο σερίφης της πόλης, Γουίλ Τιζλ (Μπράιαν Ντένεχι). Ο αντιπρόσωπος του νόμου τον οδηγεί έξω από την πόλη λέγοντας του ότι οι κάτοικοί της δεν θέλουν ανθρώπους του είδους του. Βγαίνοντας από το περιπολικό, ο Ράμπο ξεκινά και πάλι με κατεύθυνση την πόλη αγνοώντας τον Τιζλ. Τότε αυτός τον συλλαμβάνει για αλητεία, αντίσταση κατά της αρχής και κατοχή όπλου (ένα βαρύ στρατιωτικό μαχαίρι) και τον πηγαίνει στο αστυνομικό τμήμα.


Εκεί, ο σαδιστής βοηθός του σερίφη Αρτ Γκαλτ (Τζακ Στάριτ), τον κακομεταχειρίζεται και τον χτυπά. Ο νεαρός βοηθός Μιτς (Ντέιβιντ Καρούζο) ξεκινά μια προσπάθεια να βοηθήσει τον Ράμπο, τελικά όμως διστάζει και παραμένει άπραγος. Κατά τη διάρκεια της κακομεταχείρισης, ο Ράμπο ξαναβιώνει τραυματικές σκηνές από το Βιετνάμ. Έτσι, όταν ένας από τους βοηθούς του σερίφη τον πλησιάζει με ξυράφι, φέρνει στο μυαλό του τα φρικτά βασανιστήρια που υπέστη ως αιχμάλωτος των Βιετκόνγκ. Ο Ράμπο πανικοβάλλεται, αντιδρά βίαια και καταφέρνει να ελευθερωθεί και να δραπετεύσει από το αστυνομικό τμήμα παίρνοντας μαζί του το μαχαίρι του.


Κλέβει μια μοτοσικλέτα και καταφεύγει στα κοντινά βουνά για να κρυφτεί. Ο σερίφης και οι άντρες του, αρχίζουν να τον αναζητούν χρησιμοποιώντας ανιχνευτικά σκυλιά. Αν και αρχικά ο κυνηγημένος προσπαθεί να αποφύγει την σύγκρουση με τους διώκτες του, αναγκάζεται να τους αντιμετωπίσει διαπιστώνοντας ότι ο σερίφης έχει βάλει σκοπό να τον σκοτώσει. Έτσι αρχίσει να αυτοσχεδιάζει και να οργανώνεται ώστε να μπορέσει να αμυνθεί χρησιμοποιώντας ανταρτική πολεμική τακτική. Άλλωστε γι' αυτό ακριβώς έχει εκπαιδευτεί: μια τέλεια φονική μηχανή σε συνθήκες ανταρτοπολέμου!


Οι άπειροι άντρες του Τιζλ αποτελούν εύκολο στόχο για τον πρώην πρασινοσκούφη. Ο Ράμπο σκοτώνει τα ντόμπερμαν και εξουδετερώνει τους άντρες, αλλά δεν τους σκοτώνει. Έπειτα, καταφέρνει να πλησιάσει τον Τιζλ και κρατώντας το μαχαίρι του στο λαιμό του τον προειδοποιεί και πάλι να σταματήσει: «Θα μπορούσα να τους σκοτώσω όλους. Θα μπορούσα να σκοτώσω εσένα. Εδώ, εγώ είμαι ο νόμος. Μη το παρατραβάς... γιατί θα σου στήσω πόλεμο που δεν θα τον πιστεύεις. Ξέχασε το.» Εξαφανίζεται και ο Τιζλ μένει πίσω σοκαρισμένος, αλλά αποφασισμένος να συνεχίσει στην πορεία του.



Στο μεταξύ τα γεγονότα μεταδίδονται στην τηλεόραση και τραβούν την προσοχή του συνταγματάρχη Σαμ Τράουτμαν (Ρίτσαρντ Κρένα), ο οποίος στρατολόγησε, εκπαίδευσε και διέταζε τον Ράμπο επί τρία χρόνια στο Βιετνάμ. Αμέσως προειδοποιεί τον σερίφη ότι η προσπάθειά τους να συλλάβουν το Ράμπο θα είναι αυτοκαταστροφική, επειδή η εκπαίδευση και η εμπειρία του πρώην πρασινοσκούφη τον κάνουν ανίκητο για οποιονδήποτε σερίφη. Προτείνει να αφεθεί ελεύθερος ώστε να μην τραυματιστεί κανείς σοβαρά. Ο Τιζλ όμως δεν δέχεται.


Η κατάσταση έχει ξεφύγει από τον έλεγχο του σερίφη κι έτσι αναλαμβάνει ο στρατός. Μια μονάδα της Εθνοφρουράς ανακαλύπτει ότι ο Ράμπο κρύβεται σε ένα εγκαταλειμμένο ορυχείο. Οι στρατιώτες διστάζουν να μπουν και τελικά αποφασίζουν να ανατινάξουν την είσοδο του ορυχείου με ρουκετοβόλο. Ενώ όλοι πιστεύουν ότι ο κυνηγημένος δεν επέζησε της έκρηξης, αυτός ψάχνει στα τούνελ του ορυχείου να βρει άλλη έξοδο. Ο Τιζλ ομολογεί απέναντι στον Τράουτμαν ότι με την ανατίναξη του Ράμπο νιώθει σαν να του έκλεψαν την ευκαιρία του και ότι ήθελε «με ευχαρίστηση» να τον σκοτώσει ο ίδιος. Στο μεταξύ, ο Ράμπο καταφέρνει και βγαίνει κοντά σε μια κεντρική οδό. Κλέβει ένα φορτηγό της Εθνοφρουράς με πολυβόλα Μ-60 και οπλισμένος επιστρέφει στην Χόουπ. Φτάνοντας στην «ήρεμη, μικρή πόλη» του σερίφη Τιζλ, καταστρέφει ένα βενζινάδικο και διάφορα καταστήματα.



Για τελευταία φορά ο Τράουτμαν μιλά με τον Τιζλ και τον συμβουλεύει και πάλι να παρατήσει την μανιώδη του προσπάθεια να συλλάβει τον Ράμπο αλλά αυτός αρνείται και πάλι. Αντ' αυτού κρύβεται στην στέγη του τμήματος, περιμένοντας τον Ράμπο. Αυτός εμφανίζεται και καταφέρνει να τραυματίσει άσχημα το σερίφη. Πριν προλάβει όμως να τον σκοτώσει, ο Τράουτμαν μεσολαβεί και του λέει ότι δεν υπάρχει έξοδος, αφού 200 άνδρες της πολιτειακής αστυνομίας έχουν περιβάλει το κτήριο και ότι ο προσωπικός του πόλεμος τελείωσε.
Ο Ράμπο απαντά: «Τίποτα δεν τελείωσε! Τίποτα! Δεν τελειώνουν έτσι απλά. Δεν ήταν δικός μου πόλεμος. Εσείς με φωνάξατε, όχι εγώ εσάς! Έκανα ότι μπορούσα για να νικήσουμε αλλά μερικοί δε μας άφηναν να νικήσουμε. Και γυρίζω πίσω στον κόσμο και τους βλέπω στο αεροδρόμιο. Διαδηλώσεις! Με λένε φονιά μωρών και μαλακίες! Ποιοι είναι αυτοί για να κάνουν διαδήλωση εναντίον μου;».


Στο τέλος θυμάται τον φρικτό θάνατο του φίλου του Τζόυ Ντάνφορθ, που «σκορπίστηκε σε κομμάτια» μετά από έκρηξη σε ένα μπαρ της Σαϊγκόν, όπου είχε πάει μαζί με το Ράμπο, όταν ένα αγόρι τάχα θα του καθάριζε τα παπούτσια: «Πάνε εφτά χρόνια. Κάθε μέρα ξυπνάω και δεν ξέρω που είμαι. Δεν μιλάω σε κανένα. Για μέρες. Για εβδομάδες. Δεν μπορώ να το βγάλω απ' το μυαλό μου.»
Κατόπιν παραδίδεται στους αστυνομικούς...


Διάφορες πληροφορίες για την ταινία:
Το 1976 γίνεται η πρώτη συνεργασία μεταξύ του παραγωγού Τεντ Κότσεφ και των σεναριογράφων Μάικλ Κόζολ και Γουίλιαμ Σάκχαϊμ με σκοπό να κάνουν ταινία το μυθιστόρημα First Blood του Ντέιβιντ Μορέλ από το 1972. Τα σχέδια αυτά όμως δεν βρίσκουν υποστήριξη επειδή οι υπεύθυνοι της Warner Bros. πιστεύουν ότι το αμερικανικό κοινό δεν είναι έτοιμο ακόμη για ταινία μα θέμα τον πόλεμο του Βιετνάμ.
Λίγα χρόνια αργότερα ο Κότσεφ προτείνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στον Σιλβέστερ Σταλόνε, ο οποίος δέχεται, με τον όρο να επεξεργαστεί το σενάριο μαζί με τον Κότσεφ. Ο Κότσεφ κρίνει θετικά τις σχετικές προτάσεις του Σαλόνε, οι οποίες όμως απομακρύνουν την ταινία από το μυθιστόρημα του Μορέλ. Στον Σταλόνε για παράδειγμα οφείλεται το ότι ο Ράμπο της ταινίας δε χρησιμοποιεί πυροβόλα όπλα τόσο όσο στο βιβλίο αλλά βασίζεται περισσότερο σε διάφορες τεχνικές που έμαθε στο Βιετνάμ. Επίσης ήταν ιδέα του Σταλόνε ο Ράμπο να είναι λιγομίλητος. Μια άλλη διαφορά είναι ότι ο Ράμπο της ταινίας σκοτώνει πολύ λιγότερους ανθρώπους από ότι στο βιβλίο, όπου παρουσιάζεται σαν υπερβολικά αιμοβόρος κυνηγημένος. Το τέλος γυρίζεται αρχικά όπως το λέει το μυθιστόρημα, όπου ο συνταγματάρχης Τράουτμαν σκοτώνει τον Ράμπο. Ο Σταλόνε όμως επιμένει παρά τις αρχικές αντιρρήσεις των παραγωγών να γυριστεί εναλλακτικό τέλος, όπου ο Ράμπο δεν σκοτώνεται και το οποίο τελικά θα χρησιμοποιηθεί στην ταινία.


Τα γυρίσματα της ταινίας αρχίζουν το 1981 στο Χόουπ του Καναδά. Η προετοιμασία του Σταλόνε για τον ρόλο του συμπεριλαμβάνει εκπαίδευση στην μάχη σώμα με σώμα και σε τεχνικές επιβίωσης. Πολλά stunts τα κάνει ο ίδιος!
Τα κόστη παραγωγής έφτασαν κοντά στα 17 εκατομμύρια δολάρια ενώ αρχικά υπολογίστηκαν περίπου 11 εκατομμύρια δολάρια. Οι εισπράξεις της ταινίας ανήλθαν παγκοσμίως στα 125 περίπου εκατομμύρια δολάρια, εντάσσοντάς την στην κατηγορία των περισσότερο κερδοφόρων ταινιών της εποχής εκείνης.
Για τον Σταλόνε ο Ράμπο ήταν ο ρόλος που έσωσε την καριέρα του καθώς μετά την επιτυχία των ταινιών Ρόκυ και Ρόκυ Νο 2 η μία εμπορική αποτυχία διαδεχόταν την άλλη.
Οι Μπαρτ Ρέινολντς και Τζων Τραβόλτα ήταν υποψήφιοι για τον ρόλο του Ράμπο.
Για τον ρόλο του συνταγματάρχη Σαμ Τράουτμαν αρχικά προοριζόταν ο Κερκ Ντάγκλας. Λίγο πριν αρχίσουν τα γυρίσματα, όμως, αυτός παραιτήθηκε επειδή οι παραγωγοί δεν δέχτηκαν αλλαγές στο σενάριο και αντικαταστήθηκε με τον Ρίτσαρντ Κρένα.


Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου προέρχεται από την ελληνική Βικιπαίδεια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...