Stephen King in Greece

Crime Fiction Greece

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νοσταλγικά κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νοσταλγικά κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025

Μικρός Σερίφης - 63 χρόνια μαζί...


13 Νοεμβρίου 1962 - 13 Νοεμβρίου 2025

Ένας από τους πιο επιδραστικούς ήρωες της ελληνικής πεζογραφίας. Τι κι αν κάποιοι επιμένουν να την διαχωρίζουν σε λογοτεχνία και "παραλογοτεχνία", εντάσσοντας αυτού του είδους τους ήρωες στο δεύτερο (υποτιθέμενα κατώτερο) είδος. Υποτιμώντας, ταυτόχρονα, σπουδαίους λογοτέχνες και συγγραφείς που καταπιάστηκαν μ' αυτό.
Ο Μικρός Σερίφης Τζιμ Άνταμς και οι φίλοι του, η Ντιάνα Μόρισον, ο Πεπίτο Γκονζάλες και ο Τσιπιρίπο, αποτελούν μια παρέα νεαρών υποστηρικτών του Νόμου, της Τάξης και της Ηθικής, οι περιπέτειες των οποίων μας εξιτάριζαν όταν τις διαβάζαμε μικροί και αποτελούσαν (χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε τότε) έναν σημαντικό παράγοντα διαμόρφωσης του χαρακτήρα μας. Μπορεί να ήταν μικροί σε ηλικία, όμως στα δικά μας μάτια έμοιαζαν γίγαντες, αφού τολμούσαν να ορθώσουν το ανάστημά τους απέναντι στην παρανομία, στην ανηθικότητα και την αδικία αυτού του κόσμου. Ζώντας οι ίδιοι σε μια εποχή και σε μια περιοχή του κόσμου όπου η αγριότητα ήταν πανταχού παρούσα και η δύναμη των όπλων χρησιμοποιούνταν τις περισσότερες φορές όχι για καλό σκοπό, κατάφερναν να διατηρούν έναν ακέραιο χαρακτήρα, διδάσκοντας σε εμάς, τους σύγχρονους αναγνώστες, πως μπορούμε να πετύχουμε στη ζωή, διατηρώντας την τιμιότητα και την ηθική μας.
Φυσικά, όλα αυτά τα διδάγματα μας τα διοχέτευαν μέσα από τις ιστορίες τους οι συγγραφείς που έγραφαν τα κείμενα. Και, ουσιαστικά, οι ήρωές τους ήταν πλασμένοι κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσίν τους. Οι κύριοι συγγραφείς των ιστοριών της "Θρυλικής Τετράδας", όπως έμειναν γνωστοί ο Τζιμ Άνταμς και οι φίλοι του, ήταν ο Πότης Στρατίκης και ο Γιώργος Μαρμαρίδης. Δύο εξαιρετικοί άνθρωποι, που είχαν πολλές δύσκολες εμπειρίες στη ζωή τους και που τους άρεσε να γράφουν συνέχεια ατελείωτες ιστορίες με τους αγαπημένους μας ήρωες. Ο Μικρός Σερίφης έγινε αργότερα και Μικρός Κάου-μπόυ, Μικρός Αρχηγός και Γίγας του Φαρ-Ουέστ. Συνολικά γράφτηκαν περισσότερες από 1.300 περιπέτειες της "Θρυλικής Τετράδας", ενώ υπολογίζεται ότι το συνολικό τιράζ που τυπώθηκαν είναι πολλές δεκάδες εκατομμύρια σε φθηνά τεύχη που έφταναν σε κάθε γωνιά της χώρας και μπορούσαν να μπουν σε κάθε σπίτι. Είναι αξιοσημείωτο πως μέρος του τιράζ πήγαινε και σε χώρες του εξωτερικού, όπου διέμενε μεγάλος πληθυσμός Ελλήνων μεταναστών (όπως π.χ. στη Γερμανία).
Κάποιος γνωστός μου με ρώτησε πριν από χρόνια αν είχαν καμιά λογοτεχνική αξία αυτά τα κείμενα. Του απάντησα πως για μένα, ναι. Για κάθε αναγνώστη, ανεξαρτήτου ηλικίας, που διάβαζε τις ιστορίες του Τζιμ Άνταμς στις διακοπές των μαθημάτων, για χαλάρωση μετά τη δουλειά, ξαπλωμένος το βράδυ στο κρεβάτι ή ταξιδεύοντας με το λεωφορείο, φυσικά και είχαν αξία. Αναμφισβήτητα, μέσα στον τεράστιο αριθμό των ιστοριών που γράφτηκαν, πολλές φορές κάτω από μεγάλη πίεση για να προλάβουν να φτάσουν στον σωστό χρόνο στο τυπογραφείο, βρίσκονται και κάποιες προχειρογραμμένες ή λιγότερο ωραίες. Υπάρχουν, όμως, και κάποια πραγματικά διαμάντια, από εκείνο το είδος των κειμένων που σου μένουν βαθιά χαραγμένα στο μυαλό, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Άλλωστε, ακόμα κι όταν ήμασταν μικροί, δεν ταξινομούσαμε τις ιστορίες με βάση ποια μας άρεσε περισσότερο και ποια λιγότερο;
Τα χρόνια περνάνε, όμως κάποια πράγματα δεν θέλεις να τα σβήσεις από τη μνήμη σου. Μπορεί να τ' αφήνεις πίσω σου, όμως δεν τα ξεχνάς. Τα κουβαλάς μαζί σου, βαθιά μέσα σου. Κι όποτε βρίσκεις την ευκαιρία, ξαναγυρνάς για λίγο, να τ' αγγίξεις, να τα νιώσεις, να πάρεις λίγη από την αύρα τους. Έτσι είναι κι ο Μικρός Σερίφης για κάποιους από εμάς. Ένας παλιός φίλος που δεν ξεχνιέται.
Σ' ευχαριστούμε, Τζιμ, που μας ταξιδεύεις τόσα χρόνια με τις περιπέτειές σου. Και μην φοβάσαι, θα συνεχίσουμε να είμαστε πάντα μαζί σου...

Παναγιώτης Πλαφουτζής

📚5118📚


Κυριακή 21 Μαρτίου 2021

Τα περιοδικά μοτοσικλέτας κι εγώ...

Το ξεκίνημα και τα όνειρα μου, δικά σας…

Ειδικός Περιοδικός Τύπος… Αυτός που συχνά παρακολουθεί και τρέφει τα όνειρα των πολλών για όσα τους στερούν οι λίγοι…
Ακούγεται τόσο μα τόσο πολιτικό… Όχι δεν είναι... Συγνώμη σας ζητώ αν νομίζετε πως προσπαθώ να μετατρέψω την αγάπη μας για τα περιοδικά, σε μια βαρετή, μια κατευθυνόμενη φυλλάδα… Απλώς προσπαθώ να πω λίγα λόγια για το πως ξεκίνησε η αγάπη μου για τους δυο τροχούς… Εντάξει, εντάξει... ας ξεκινήσω λοιπόν από τότε που ήμουν σχεδόν τριών χρονών…
Θυμάμαι, ήταν Τετάρτη και οι γονείς μου πλήρωναν το πρώτο μου ποδήλατο Olympic σε κίτρινο-μαύρο (γιατί ο υπογράφων είναι χανουμάκι)... Τους είπα αμέσως να βγάλουν τις βοηθητικές και την επόμενη κιόλας μάτωνα στην πίσω αυλή προσπαθώντας να σταθώ όρθιος... Την Παρασκευή ήμουν έτοιμος να κάνω την πρώτη μου επίδειξη, η οποία βέβαια στέφθηκε από απόλυτη επιτυχία… Τα επόμενα 13 χρόνια μου θα κατέβαινα από το ποδήλατο μόνο για τα αναγκαία…
Καταλαβαίνετε, προφανώς, πόσο κοντά ήμουν στη μοίρα του μοτοσικλετιστή… 16 χρονών οδηγούσα τη τριαντάρα Vespa 90cc του πατέρα μου… Βλέπετε δεν υπήρχε φράγκο για καινούριο, ούτε γι’ αστείο… «Έμενα» κάθε μέρα, δεν είχα κανένα παράπονο… Νοιαζόταν για τη σωματική μου διάπλαση… 90 κιλά η «κυρία», την είχα σπρώξει σε κάθε είδους δρόμο... ανηφορικό ή κατηφορικό, χώμα ή άσφαλτο, αρκεί να έπαιρνε μπροστά κάποια στιγμή…


Ταξίδευα πάντα με τη φαντασία μου, το βράδυ που ξάπλωνα κουρασμένος, σε πολύ μακρινά μέρη, με τη μικρή μου σχολική τσάντα που –ως άλλος Easy Rider– είχα γράψει το μότο της Harley για τη ζωή… "Σε δρόμους φιδίσιους, με βλάστηση κυρίως"… Είμαι και φυσιολάτρης τρομάρα μου…
Πάντα για να ταΐζει τα όνειρά μου είχα το περιοδικό "ΜΟΤΟ" ή αν χρειαζόμουν κάτι γρήγορα για να τηλεμεταφερθώ κάπου μακριά, έπαιρνα ένα "0-300" και το μυαλό μου χανόταν με άλλους μέσα στις σελίδες του…


Το έχω μεγάλο καμάρι που γεννήθηκα το ’85, γιατί τότε γεννήθηκε και το "ΜΟΤΟ", το πρώτο περιοδικό μοτοσικλέτας στην Ελλάδα… Μπαμπάς του είναι ο Χρήστος Χατζάρας, σπουδαγμένος στο Πολυτεχνείο, όπως ακούω… Μητέρα του, η τρέλα λίγων ατόμων που παρασυρθήκαν από το νέο και γοητευτικό Χρήστο, ο οποίος τους υποσχέθηκε μεγαλεία! Όχι, εντάξει, δεν ήταν όλα ψέματα. Άλλωστε δε διαβάζετε τη στήλη του Ξανθόπουλου... Το περιοδικό αυτό που κυκλοφόρησε το ’86 πρώτη φορά κανονικά, έφτασε τις μέρες μας να αποτελεί τη γνωστή εκδοτική εταιρεία «Mototech»… Για τις εκδόσεις ειδικού Τύπου έφτασα να μαθαίνω χρόνια μετά, το ’98, που ξεκίνησα να το διαβάζω μετά μανίας... Είμαι περήφανος, πλέον, να λέω πως έχω και τα 440 σχεδόν τεύχη του ΜΟΤΟ και όλες τις special εκδόσεις του...


Πώς νομίζετε πως αναγνώρισα –τότε– τη μοτοσικλέτα του αγαπημένου μου ήρωα κόμικς, του Δίκαιου… Μαζί του έτρεχα για να βρω τη σωτηρία στα εφηβικά μου χρόνια, καβάλα σε μια άσπρη Buell, παρέα με τον τρομερό Ghost Rider, να σαρώνουμε τους κακούς και τους εγκληματίες, απολαμβάνοντας τις ατελείωτες πλαγιολισθήσεις μας! Αχ, να ήμουν κι εγώ λουσμένος στη φωτιά, αρκεί να ήμουν πάνω στους δυο τροχούς του Ghost Rider…
Όχι, δεν είμαι τρελός, απλώς είμαι νέο μέλος που θέλει να δώσει το στίγμα του σε εσάς! Χαίρομαι που μου δώσατε την ευκαιρία να σας αγγίξω με τη σκέψη μου... Θα τα πούμε ξανά, σύντομα…

Βλάχος Μιχαήλ

Το κείμενο προέρχεται από το τεύχος #4 του περιοδικού "Club Φίλων Μικρός Σερίφης Magazine", το οποίο κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2009.

🔎4025


Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

Επαγγέλματα που χάθηκαν 3: Ο σαλεπιτζής


Ένας από τους γραφικότερους πλανόδιους επαγγελματίες της παλαιότερης εποχής ήταν ο σαλεπιτζής. Στην τούρκικη γλώσσα salep σημαίνει σαλέπι και salepci o παρασκευαστής και πωλητής του ποτού, ο σαλεπιτζής.
Το σαλέπι είναι σκόνη από αποξηραμένους βολβούς διαφόρων ορχεοειδών. Η σκόνη βράζεται με ζάχαρη ή μέλι και αρωματίζεται με πιπερόριζα. Το ομώνυμο ποτό είναι θρεπτικό λόγω του αμύλου και της γόμας που περιέχει καθώς και θερμαντικό λόγω της παχύρρευστης μορφής του.
Το στέκι του ο σαλεπιτζής το διάλεγε με βάση τις περιοχές που σύχναζαν οι ξενύχτηδες και εκείνοι που άρχιζαν τη δουλειά τους αξημέρωτα (οικοδόμοι, εργάτες κλπ).

Πριν από πολλά χρόνια, όταν τύχαινε κάποιοι να ξενυχτήσουν, κατέβαιναν στην Πλατεία Ομονοίας για να αγοράσουν την εφημερίδα της επομένης ημέρας (πάντα τις έβρισκες πρώτα στα περίπτερα του κέντρου) και μετά αναζητούσαν τον σαλεπιτζή για ένα ρόφημα που θα τους βοήθαγε να ξεχάσουν την παγωνιά της νύχτας.
Εκεί στο στέκι του, όση ώρα αυτός ετοίμαζε το ζεστό ρόφημα, δημιουργούσε ένα κλίμα ευθυμίας αλλά και αντιπαραθέσεων, προκαλώντας τους πελάτες που περίμεναν μέσα στην παγωνιά, και θίγοντας θέματα που αφορούσαν την πολιτική επικαιρότητα, την καθημερινότητα και οτιδήποτε ήταν ικανό να "ανάψει τα αίματα". Έτσι οι θαμώνες ζεσταίνονταν έως ότου εκείνος ολοκληρώσει την παρασκευή του θαυματουργού ροφήματος.
Ο σαλεπιτζής ήταν από τους γραφικούς τύπους. Ντυμένος στα άσπρα, φορούσε έναν ψηλό σκούφο όπως αυτός του μάγειρα, τα σκεύη που χρησιμοποιούσε ήταν μπρούτζινα, πολύπλοκα αλλά συνήθως καλογυαλισμένα και πεντακάθαρα. Τα μετέφερε κρεμασμένα από τους ώμους του στα άκρα ενός ξύλινου κομματιού.


Σαλεπιτζής στη Θεσσαλονίκη

Το επάγγελμα του σαλεπιτζή είναι ένα από τα επαγγέλματα που εξαφανίζονται. Όμως θα λέγαμε πως τα στέκια που δημιουργούνταν με την παρουσία του αποτέλεσαν ένα είδος πρώιμου/πρόχειρου υπαίθριου "καφενείου" όπου οι θαμώνες είχαν την ευκαιρία να ενημερωθούν για την επικαιρότητα αλλά και να ανταλλάξουν τις απόψεις τους...
Υπάρχουν και σήμερα κάποιοι σαλεπιτζήδες, τους οποίους μπορείτε να εντοπίσετε ακόμα και στο κέντρο της Αθήνας. Όμως, η αλήθεια είναι ότι αν εξαιρέσεις το προϊόν τους, δεν θυμίζουν σε τίποτα τους παραδοσιακούς σαλεπιτζήδες...


Σαλεπιτζής στη Μυτιλήνη


👬1937

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2016

Χριστούγεννα στην Αθήνα της δεκαετίας του '60


Η φωτογραφία που μας κάνει να μελαγχολούμε...
Η έγχρωμη φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα βρίσκεται στα Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη. Μια όμορφη πόλη που δε μοιάζει καθόλου με την γκρίζα Αθήνα του σήμερα.
Το σημείο της πόλης που απεικονίζεται είναι τα Χαυτεία, κοντά στην Ομόνοια (Σταδίου & Αιόλου). Εντύπωση προκαλεί ο εορταστικός διάκοσμος των δρόμων και το πλήθος κόσμου που βρίσκεται στα πεζοδρόμια του κέντρου.
Μια εικόνα που πραγματικά εκπέμπει την χαρά μιας ελπιδοφόρας εποχής (1960), όπου ο χρόνος που ερχόταν ήταν σχεδόν πάντα καλύτερος από τον προηγούμενο... Τα άσχημα γεγονότα του πολέμου -και όσα ακολούθησαν- έμοιαζαν ήδη πολύ μακρινά. Οι άνθρωποι ήταν γεμάτοι ζωντάνια και όρεξη για δημιουργία. Το μέλλον ήταν μπροστά και φάνταζε λαμπρό...
Σε αυτή τη φωτογραφία μπορεί να εικονίζονται οι γονείς μας ή οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας... Άνθρωποι που έκαναν όνειρα για τα παιδιά και τα εγγόνια τους! Τι ήταν αυτό που στράβωσε στην πορεία, σε ποια παγίδα έπεσαν όλοι αυτοί και οδήγησαν την χώρα σε αυτό που ζούμε σήμερα; Εύκολο να απαντήσει κανείς, συνάμα και δύσκολο... Ένα πράγμα έχει σημασία: όλοι εμείς να υποσχεθούμε στα παιδιά μας ότι η Αθήνα και η Ελλάδα μας, όταν μεγαλώσουν, θα εκπέμπουν την ίδια ομορφιά, όπως αυτή η φωτογραφία... Τους το χρωστάμε!

👬1895

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016

54 χρόνια παρέα...


Πώς περνάει ο καιρός...
Σαν να ήταν χθες, θυμάμαι τη μέρα που μαζί με τον φίλο μου, τον Πεπίτο, περάσαμε το κατώφλι του Αρχηγείου στο Ώστιν, μετά από την πρόσκληση που μου απηύθυνε ο ίδιος ο αρχηγός του Σώματος, ο κάπταιν Κούπερ! Μεγάλη τιμή για έναν τοπικό σερίφη, ενός μικρού χωριού και μάλιστα τόσο νεαρής ηλικίας...
Αν πω ότι δεν είχα τρακ εκείνη τη μέρα, ψέματα θα πω... Ακόμα και σήμερα, πενήντα τέσσερα ολόκληρα χρόνια μετά (ποιος να το πίστευε!), έχω την εντύπωση πως θα ένιωθα το ίδιο αν έπαιρνα μια παρόμοια πρόσκληση. Κι ας μην είμαι σήμερα εκείνος ο πιτσιρικάς με τον μεγάλο ενθουσιασμό αλλά παράλληλα και την -μα την αλήθεια- τόσο υψηλή αίσθηση του καθήκοντος. Κι ας έχω ζήσει τις μύριες όσες περιπέτειες. Κι ας έχω κινδυνέψει τόσες πολλές φορές να χάσω τη ζωή μου. Κι ας έχω δει τόσους ανθρώπους να χάνονται ή να ξαναγεννιούνται...
Είναι στιγμές στη ζωή ενός ανθρώπου που αυτός καταλαβαίνει πως το γεγονός που ζει είναι τόσο σημαντικό, τόσο δυνατό, που θα επηρεάσει ολόκληρη την μετέπειτα πορεία του! Ναι, είχα αυτή τη συναίσθηση εκείνη τη μέρα! Και δεν έπεσα έξω...
Η γνωριμία μου με τα άλλα παιδιά, τον Πεπίτο, τη Ντιάνα και τον Τσιπιρίπο, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τυχαία μόνο από έναν άσχετο παρατηρητή. Καθημερινά συναντούμε δεκάδες άτομα στο δρόμο μας. Δημιουργούμε παρέες, κάνουμε φίλους, συναναστρεφόμαστε μαζί τους, κυρίως τυπικά και χωρίς να αισθανόμαστε πραγματικά κοντά ο ένας στον άλλο. Τίνος το χέρι είναι αυτό που τοποθετεί δίπλα μας κάποτε κάποιους ανθρώπους, με τους οποίους ξέρουμε ότι θα πορευτούμε μαζί τους στην υπόλοιπη ζωή;
Δεν ξέρω να σας πω με σιγουριά, αυτό που ξέρω, όμως, είναι ότι όταν γνώρισα τον κάθε έναν από τους παραπάνω φίλους μου, ήξερα πως θα δενόμουν μαζί του για πάντα. Μπορείτε να το πείτε προαίσθημα...
Γυρίζοντας πίσω τον χρόνο, οι αναμνήσεις με κατακλύζουν... Δύσκολα χρόνια, δύσκολες εποχές! Αλλά και υπέροχες...
Αν θελήσω να σας αναφέρω τους σημαντικότερους σταθμούς της ζωής μου, θα σταθώ ιδιαίτερα σε κάποια γεγονότα τα οποία εσείς μπορεί να γνωρίζετε, μπορεί και όχι...
Ο θάνατος του πατέρα μου (όταν πέθανε το "Γεράκι του Τέξας" στην αγκαλιά μου κι εγώ ορκίστηκα να πιάσω τον δολοφόνο του).
Εγώ σερίφης του Έλτζιν (οι κάτοικοι του χωριού μου θεώρησαν ότι ήμουν ο καταλληλότερος γι' αυτή τη θέση).
Ο διορισμός μου στο Σώμα των Ρέιντζερς (Σερίφηδες του Τέξας).
Η γνωριμία με τους φίλους μου (τον Πεπίτο, τη Ντιάνα και τον Τσιπιρίπο).
Οι μεγάλες μας μάχες με τους Ελ Καπιτάν και Ελ Ατατούρκ (αργότερα και με τον "μαύρο" Ομάρ).
Η μέρα που δήλωσα παραίτηση από το Σώμα (τότε που ένιωσα πως άλλαξε η ζωή μου).
Ο γάμος μου και τα παιδιά μου (ότι πιο όμορφο μου χάρισε ο Θεός).
Η μέρα που επισκέφθηκα για πρώτη φορά την Ελλάδα (σε μια δύσκολη περίοδο για την χώρα).
Το σήμερα... Ο εορτασμός των 54 χρόνων από την ημέρα της... συγγραφικής μας γέννησης!
Θέλω να ευχαριστήσω όλους εσάς που συνεχίζετε να μας τιμάτε αγοράζοντας τις νέες εκδόσεις μας... 54 χρόνια σχέσης και γνωριμίας δεν ξεχνιούνται τόσο εύκολα... Είμαι σίγουρος πως με πολλούς από εσάς θα συνεχίσουμε να συναντιόμαστε για πάρα πολλά χρόνια ακόμα...
Η Θρυλική Τετράδα θα συνεχίσει να ζει, στις καρδιές όλων όσων την αγάπησαν και την αγαπούν...
Θα τα πούμε σύντομα... Στην "Άγρια Δύση".

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Πόσο επίκαιρος μπορεί να είναι σήμερα ο «Μικρός Ήρως»;


ΠΟΣΟ ΕΠΙΚΑΙΡΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΕΡΑ Ο «ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ»;
ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΟΜΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ ΑΠΟ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΟΝ «ΜΙΚΡΟ ΗΡΩΑ».

Αναδημοσιεύεται με αφορμή την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου

Έχω λάβει προσωπικά μέρος σε πολλές συζητήσεις, είτε δια ζώσης είτε μέσω διαφόρων «φόρουμ» συνομιλίας στο διαδίκτυο, όπου τίθεται από αρκετούς συνομιλητές ένας προβληματισμός για το κατά πόσο μπορεί να είναι επίκαιρος πια ο «Μικρός Ήρως», ως απλό ανάγνωσμα αλλά και σαν πρότυπο συμπεριφοράς. Συχνά επίσης διατυπώνεται το ερώτημα σχετικά με το αν οι διάλογοι, ή όλο το σενάριο παραπέμπουν σε παρωχημένα «πατριωτικού» τύπου κείμενα, υποθάλπουν ή όχι έναν καλώς ή κακώς εννοούμενο «εθνικισμό», ή πολύ απλά αποτελούν ένα ξεπερασμένο μοντέλο... Βέβαια ο καθένας μπορεί σήμερα (56 ολόκληρα χρόνια μετά την πρώτη εμφάνιση του Γιώργου Θαλάσση στο προσκήνιο), απομακρυσμένος από το κλίμα της τότε εποχής να κρίνει εκ του ασφαλούς και εκ των υστέρων και αναλόγως να αξιολογεί. Κάθε πράγμα όμως κατά τη γνώμη μου κρίνεται μόνο στην εποχή του.
Ενδιαφέρον θα είχε αν μπορούσαμε να γνωρίζουμε τι θα έλεγε ο ίδιος ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας, αν του δινόταν η ευκαιρία να μιλήσει στις μέρες μας. Τι θα έλεγε άραγε για τη σημερινή πραγματικότητα; Πόσο θα ταίριαζε στο δικό του, «ηρωικό» προφίλ η τωρινή κατάσταση;
Ε, λοιπόν ναι, του δώσαμε αυτή την ευκαιρία! Όσο και αν σας φαίνεται αδύνατον, ψάξαμε και βρήκαμε το πάλαι ποτέ «παιδί-φάντασμα». Που δεν είναι πια παιδί, έχει περάσει τα ογδόντα (μην ξεχνάτε ότι ήταν έφηβος όταν ξεκίνησε η κατοχή), αλλά διατηρεί πλήρη διαύγεια.
Ζει σε ένα μικρό διαμέρισμα στα Πατήσια, μόνος, χωρίς την αγαπημένη του σύντροφο Κατερίνα που δυστυχώς έχει πεθάνει, όπως επίσης και ο συμπαθέστατος «Σπίθας» που αποδήμησε εις Κύριον ελέω της μεγάλης του βουλιμίας, όπως ασφαλώς θα θυμάστε.
Ο «Μικρός Ήρως» μας μίλησε για πολλά.
Τον ρωτήσαμε πως κύλησε η ζωή του στα χρόνια που ακολούθησαν την απελευθέρωση, τη δεκεμβριανή σύγκρουση, τον εμφύλιο, την περίοδο της αναταραχής για το Κυπριακό ζήτημα (όπου μας είπε ότι έλαβε μέρος ενεργά ως εθελοντής στον Κυπριακό αγώνα), στα χρόνια του ’60 με τις μεγάλες πολιτικές αναταραχές (όπου έδωσε το «παρών» στις περισσότερες από τις διαδηλώσεις) και την επιβολή της δικτατορίας (όταν και διώχθηκε από το καθεστώς), πάντα όμως βρισκόταν στο περιθώριο, χωρίς διάθεση να προβληθεί. Πάντα αλτρουιστής και ανιδιοτελής.
Του ζητήσαμε να παρευρεθεί σε μία συνάντηση του club μας, για να μιλήσει μαζί μας ως ο κατεξοχήν αρμόδιος, αφού ήταν ο κύριος πρωταγωνιστής του ιστορικού αναγνώσματος που με τόσο επιτυχημένο τρόπο επιμελήθηκε ο αείμνηστος Στέλιος Ανεμοδουράς και εικονογράφησε ο επίσης συχωρεμένος Βύρων Απτόσογλου, ωστόσο αρνήθηκε ευγενικά. Πάντα σεμνός και μετρημένος...
Απάντησε εντούτοις σε μερικές ερωτήσεις μου και συμφώνησε να δημοσιοποιηθούν με τη μορφή μίας συνέντευξης, την οποία και σας παραθέτω με χαρά.


Η πρώτη ερώτηση που του κάναμε ήταν για το πως αισθάνεται σήμερα, τόσα χρόνια μετά τους ηρωικούς αγώνες που έδωσε. Δικαιώθηκαν οι αγώνες αυτοί; Απολαμβάνουμε τη δημοκρατία και την ειρήνη που όλοι οραματίσθηκαν μετά τη λήξη του πολέμου;
«Αυτό θα ήταν μια ουτοπία», μας απάντησε. Και συνέχισε λέγοντας: «Βλέπετε τι γίνεται παγκοσμίως και αν τα ιδανικά για τα οποία θυσιάστηκε η δική μου γενιά γίνονται σεβαστά ή εξακολουθούν να υφίστανται. Εσείς θα το κρίνετε. Σεις άλλωστε είσθε οι κληρονόμοι του αγώνα μας. Ωστόσο, οι αγώνες πρέπει να δίνονται, έστω και αν φαντάζουν ουτοπικοί. Στην εποχή μου τίποτε δεν ήταν δεδομένο. Χρειαζόταν να παλέψουμε για όλα, για τη ζωή μας, για την εργασία, για τα προς το ζειν... Αλλά και σήμερα η κατάσταση θα έλεγα πως δε διαφέρει και τόσο πολύ. Οι νέοι καλούνται να ανταγωνισθούν σε ένα σκληροτράχηλο, σχεδόν απάνθρωπο πεδίο. Θέλει υπομονή και τεράστια προσπάθεια...»

Στη συνέχεια τον ρωτήσαμε πως ένοιωσε όταν πολύ σύντομα μετά την αποτίναξη της ξενικής κατοχής, ο λαός μας κυλίστηκε σε μια αδελφοκτόνο σύρραξη.
Μας είπε:
«Αυτό ήταν ότι χειρότερο θα μπορούσε να συμβεί. Τη στιγμή που όλη η Ευρώπη μάζευε τα κομμάτια της και προσπαθούσε να ανασυνταχθεί, εμείς εδώ (που επιπλέον δικαιούμασταν ένα σημαντικό μερίδιο από τα οφέλη της συμμαχικής νίκης, λόγω βεβαίως των θυσιών στις οποίες είχαμε υποβληθεί) «τρωγόμασταν» και σκοτωνόμασταν μεταξύ μας! Για την Ελλάδα ο πόλεμος διήρκεσε όχι πέντε αλλά σχεδόν δέκα χρόνια και το γεγονός αυτό μας έριξε πολύ πίσω, τόσο σαν κοινωνία, με το εμφύλιο-πολεμικό κλίμα που διατηρήθηκε για δεκαετίες, όσο και σαν χώρα, καθώς ουσιαστικά παραμείναμε υπανάπτυκτοι και εξαρτώμενοι από άλλους. Προσωπικά, αρνήθηκα να συμμετάσχω σε εκείνη τη σύγκρουση με το μέρος της μίας ή της άλλης πλευράς. Αν σήκωνα όπλο εναντίον άλλου Έλληνα, θα ήταν σα να απαρνιόμουν τον ίδιο μου τον εαυτό!...»


Η επόμενη ερώτησή μας ήταν για τον άνθρωπο Γιώργο Θαλάσση, με τι ασχολήθηκε δηλαδή τα χρόνια που ακολούθησαν.
Μας απάντησε ότι έζησε τη ζωή ενός συνηθισμένου ανθρώπου. Έκανε την οικογένειά του, παιδιά και εγγόνια και δούλεψε σκληρά, χωρίς ποτέ να εκμεταλλευτεί την ιδιότητά του ως αντιστασιακού. Και πρόσθεσε με πικρία: «Άλλοι, που δεν άξιζαν καν να τους απονεμηθεί ο τίτλος του αγωνιστή, το έκαναν. Έγιναν μεγάλοι και τρανοί. Με ενοχλεί αυτό ξέρετε. Η καπηλεία του αγώνα είναι μια πολύ βρώμικη υπόθεση. Είναι κάτι που το έβλεπα πολύ συχνά. Άλλοι αγωνίσθηκαν και άλλοι επωφελήθηκαν απ’ τον αγώνα για αυτοπροβολή. Φαίνεται πως το έχει αυτό η ανθρώπινη φύση...»

Τον ρωτήσαμε και για τη σημαία, σα σύμβολο, τι του λέει. Διότι τελευταία γίνεται πολύ συζήτηση και για αυτό το ζήτημα.
«Ναι, γνωρίζω» μας είπε. «Και εδώ υπάρχει μία παρανόηση πιστεύω. Για μας τότε ήταν σύμβολο, Εθνικό αν θέλετε, σύμβολο Αντίστασης, Πατριωτισμού, όπως νομίζετε ονομάστε το. Όταν ο Μανώλης Γλέζος και ο Λάκης Σάντας, αυτά τα δύο παλικάρια κατέβασαν από την Ακρόπολη τη μισητή σβάστικα, όλοι νοιώσαμε υπερηφάνεια. Όταν βλέπω και ξαναβλέπω στην επέτειο του Πολυτεχνείου τη γαλανόλευκη να πέφτει μετά την είσοδο του άρματος αισθάνομαι ρίγη συγκίνησης. Στον ίδιο όμως αυτό χώρο πριν μερικά χρόνια κάποια Ελληνόπουλα έβαλαν φωτιά και έκαψαν τη σημαία, αντιδρώντας σε μία καταπιεστική καθημερινότητα που τους έχει γκρεμίσει τα οράματα και τις ελπίδες. Δεν ξέρω τι να πω, έχω μπερδευτεί κι εγώ ο ίδιος...»

Η τελευταία μας ερώτηση (δε θέλαμε να τον κουράσουμε άλλο) ήταν: τι θα έλεγε σήμερα, ως παρότρυνση προς τους συμπολίτες του.
Η απάντησή του:
«Δε θα έλεγα τίποτα διαφορετικό από όσα είπα με τον αγώνα μου και που τόσο επιτυχημένα μετέφερε στο ανάγνωσμα που όλοι κάποια στιγμή διαβάσατε, ο πνευματικός μου πατέρας, ο Στέλιος Ανεμοδουράς. Ας μείνουμε ενωμένοι, ας πούμε όχι στον πόλεμο, όχι στη βία, όχι στο διχασμό, όχι στο ρατσισμό, όχι στην ξενοφοβία. Όλοι μας δικαιούμαστε μερίδιο στην ειρήνη και την ευτυχία. Για όλα αυτά αγωνίσθηκε η γενιά μου και γι’ αυτά οφείλετε να παλέψετε και όλοι εσείς».

Σας ευχαριστώ.
Νίκος Δημ. Νικολαΐδης

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2016

Για ποιους λόγους νοσταλγούμε το σχολείο;


Οι περισσότεροι θυμόμαστε με νοσταλγία το σχολείο και τα μαθητικά μας χρόνια. Μπορεί, όταν ήμασταν μαθητές, να περιμέναμε πώς και πώς να περάσουν τα χρόνια και να… τελειώσουν τα βάσανά μας, να νιώσουμε “μεγάλοι” και να ανεξαρτητοποιηθούμε, όμως τελικά μάλλον κάναμε λάθος…
Οι δυσκολίες που συναντήσαμε στην μετέπειτα ζωή μας, μας έκαναν να συνειδητοποιήσουμε ότι στο σχολείο μάλλον… καλά περνούσαμε. Έτσι, κάποιοι ευχόμαστε να υπήρχε τρόπος να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω και να βρεθούμε στα θρανία μας, αυτά που τότε πολλοί απεχθανόμασταν.
Όμως, ποια είναι τα στοιχεία εκείνα της μαθητικής μας ζωής που θυμόμαστε με νοσταλγία; Ποια πράγματα έχουν χαραχτεί βαθιά στη μνήμη μας και μας φέρνουν ένα γλυκό χαμόγελο στα χείλη όταν τα σκεφτόμαστε;
Πρώτα-πρώτα, τα γραπτά τεστ ή το διαγώνισμα. Κάποιοι τα μισούσαμε! Το διάβασμα που κάναμε το προηγούμενο βράδυ, ή ακόμα και την ώρα του προηγούμενου μαθήματος για να προλάβουμε να μάθουμε μια τελευταία παράγραφο. Το «σκονάκι» που ετοίμαζαν κάποιοι (πάντα οι άλλοι –όχι εμείς) με τα s.o.s. γραμμένα σε μικροσκοπικά χαρτάκια, στην παλάμη, στο θρανίο ή στην καρέκλα του μπροστινού!


Το απουσιολόγιο. Το μπλοκάκι που κατέγραφε τις τυχόν παρασπονδίες μας, αυτό που λειτουργούσε ως αποδεικτικό στοιχείο για τις “αδικαιολόγητες” απουσίες μας. Και ο/η απουσιολόγος. Το πιο αγαπητό ή το πιο μισητό παιδί της τάξης…
Οι καθηγητές μας. Πόσους θυμάστε ακόμα με τα ονόματά τους; Τότε πιστεύαμε πως μας έκαναν τη ζωή δύσκολη (και ναι, κάποιοι μας την έκαναν), όμως ακόμα και τους πιο «σκληρούς» από αυτούς τώρα τους σκεφτόμαστε με συμπάθεια. Και σίγουρα όλοι μας έχουμε αναρωτηθεί τι να κάνει σήμερα εκείνος ο καθηγητής ή η άλλη καθηγήτρια. Πόσοι από μας δεν χαρήκαμε όταν συναντήσαμε τυχαία κάποιον καθηγητή/καθηγήτρια μετά από χρόνια;
Η προσευχή. Στημένοι σε σειρές ανά τάξη, σύσσωμο το σχολείο στο προαύλιο, με απόντες μόνο τους καθυστερημένους στην προσέλευση. Με την σχετική ευλάβεια (ή όχι και τόση, όσο μεγαλώναμε και το «παίζαμε» σπουδαίοι).


Το διάλειμμα. Πήγαινες για διάλειμμα και έβλεπες μπροστά σου εκατοντάδες γνωστές φάτσες. Εντάξει, σίγουρα δεν θα έκανες παρέα με όλους, αλλά κοίτα πόσες επιλογές είχες! Πηγαδάκια από ’δω, πηγαδάκια από ’κει, μπορούσες κάθε φορά να διαλέξεις διαφορετική παρέα να περάσεις το διάλειμμα!
Τα αθώα ερωτικά κουτσομπολιά. “Ο Μ αγαπά την Κ”. “Η Λ αγαπά τον Σ”. Δεν έχει σημασία αν γνωρίζονταν για ένα μήνα, μια βδομάδα, η μία μέρα. Τότε το λέγαμε αγάπη!
Το φλερτ. Εξελισσόταν, συνήθως, στο διάλειμμα. Αρχικά, παιχνίδι με τα μάτια με το αγόρι/κορίτσι που μας ενδιέφερε. Έπειτα, προσπαθούσαμε δειλά να προσεγγίσουμε το αντικείμενο του «πόθου» μας. Μια ματιά, δυο κουβέντες ή ένα άγγιγμα, ήταν ικανά να μας κρατήσουν ξάγρυπνους για ολόκληρο το βράδυ!
Το μάθημα στην τάξη. Ναι, το μάθημα στην τάξη. Γιατί μπορεί τότε να μας φαινόταν η χειρότερη ώρα της ημέρας, αλλά τώρα κατά κάποιον τρόπο έχουμε επιθυμήσει το να καθόμαστε στη τάξη. Είτε επειδή μας έλειψε κάποιο συγκεκριμένο μάθημα, είτε γιατί μας έλειψαν οι πλάκες που κάναμε με τους συμμαθητές μας μέσα στη τάξη, είτε γιατί -όπως και να το κάνουμε- ήταν ο δικός μας χώρος, το δεύτερό μας “σπίτι”.
Το κουδούνι του διαλείμματος. Τι τέλειος ήχος! Πόσες φορές δεν μετρούσαμε τα λεπτά για να ακούσουμε αυτόν τον υπέροχο ήχο (και ας ήταν –μάλλον– σπαστικός, και ας μας τρύπαγε τα αυτιά). Πόσες φορές δεν μετρούσαμε αντίστροφα και στο μηδέν βρισκόμασταν ήδη... εκτός τάξης. Καλά, για το κουδούνι όταν σχολάγαμε, τα λόγια είναι περιττά… Πανζουρλισμός!


Οι τρέλες που κάναμε με τους φίλους μας. Και όποιος μόλις σκέφτηκε πως δεν έκανε, ας το ξανασκεφθεί λιγάκι. Δεν κάνει να λέμε ψέματα στον εαυτό μας...
Το φαγητό από την καντίνα του σχολείου! Σάντουιτς, πίτσα, λουκουμάς, πορτοκαλάδα. Μπορεί να ήταν λίγο ταλαιπωρία να περιμένουμε στην ουρά μέχρι να έρθει η σειρά μας, αλλά το άξιζε! Άσε που συχνά στεκόμασταν στην ουρά απλά μήπως και καταφέρουμε να μιλήσουμε στο πρόσωπο που αγαπούσαμε…
Οι εκδρομές. Σιγοψιθυριζόταν αρκετές μέρες νωρίτερα και ξαφνικά, ένα πρωί, μετά την προσευχή, άρχιζε να ακούγεται ρυθμικά ένα αίτημα από όλα τα χείλη: Ε-ε-εκδρομή! Είχαμε την ψευδαίσθηση ότι ήμασταν ικανοί να αλλάξουμε το πρόγραμμα του σχολείου, όμως στην πραγματικότητα αν ο διευθυντής δεν το είχε προγραμματίσει ήδη, δεν πηγαίναμε πουθενά. Το αίτημα, βέβαια, επανερχόταν συχνά-πυκνά, έως ότου τα καταφέρουμε και κερδίσουμε την πολυπόθητη εκδρομή μας, σε κάποιο πάρκο, αρχαιολογικό χώρο κτλ, που πάντα συνοδευόταν από καφεδάκι και βόλτα με τους φίλους!...
Ιούνιος-Ιούλιος-Αύγουστος! Αυτοί οι μήνες αποκτούσαν άλλο νόημα, απλά και μόνο επειδή υπήρχε το σχολείο!...

Αν σας θυμήσαμε τα παιδικά σας χρόνια, χαιρόμαστε γι' αυτό!

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2016

Επαγγέλματα που χάθηκαν 2: Ο γανωτής


Γανωτής ή γανωτζής ή γανωματής ονομάζεται ο τεχνίτης που επικαλύπτει χάλκινα σκεύη με κασσίτερο (καλάι), ο κασσιτερωτής= καλαϊτζής. Οι γανωτζήδες ήταν συνήθως πλανόδιοι τεχνίτες που αναλάμβαναν το γαλβανισμό και το στίλβωμα των χάλκινων οικιακών σκευών, όπως τα ταψιά, τα καζάνια, τα κουτάλια, τα πηρούνια κλπ.
Η φωνή του πλανόδιου γανωτή, τραχιά και δυνατή θα αντηχεί ακόμη στα αυτιά όσων τους πρόλαβαν «Γανωωωτής! Μπακίρια γανώνωωωω! Γανωωωτής», μα δεν ακούγεται πια στις γειτονιές της Αθήνας. Στις αρχές του 20ού αι. ο γανωτζής κουβαλούσε στην πλάτη του τα απαραίτητα εργαλεία και περπατώντας φώναζε και καλούσε τις νοικοκυρές να του φέρουν τα είδη που χρειάζονταν γάνωμα. Έστηνε την γκαζιέρα του στην αυλή του σπιτιού, έλιωνε τον κασσίτερο. Αφού καθάριζε καλά το σκεύος, άλειφε το εσωτερικό του με σπίρτο και το τρίβε με κουρασάνι (=τριμμένο κεραμίδι).


Μετά κράταγε το σκεύος με την τσιμπίδα πάνω από τη φωτιά και έριχνε μέσα το νησιαντήρι (=χλωριούχο αμμώνιο), για να στρώσει καλύτερα το καλάι πάνω στο χάλκωμα. Αφού το σκούπιζε καλά, άπλωνε το λιωμένο καλάι σ’ όλη την επιφάνεια του σκεύους μ’ ένα χοντρό βαμβακερό ύφασμα. Ζητούσε και από τη νοικοκυρά του σπιτιού μια λεκάνη με κρύο νερό, στην οποία βουτούσε το σκεύος που γάνωσε και λαμπύριζε στον ήλιο.
Το επάγγελμα αυτό συνδέεται κυρίως με τους Τσιγγάνους και αποτελεί ένα από τα παραδοσιακά τους επαγγέλματα. Οι γανωτές αναζητούσαν πελάτες στις γειτονιές της πόλης ή του χωριού.
Το «γάνωμα» έπρεπε να γίνεται συχνά για λόγους υγείας, κυρίως στα σκεύη που χρησιμοποιούσαν στο μαγείρεμα, οπότε οι γανωτζήδες είχαν δουλειά όλο το χρόνο.


Τα τελευταία χρόνια το επάγγελμα του γανωτή τείνει να εξαφανιστεί αφού τα μαγειρικά σκεύη είναι πλέον ανοξείδωτα και δεν χρειάζονται επικασσιτέρωση. Σήμερα υπάρχουν ελάχιστοι τεχνίτες στην επαρχία, που υποαπασχολούνται, αφού τα εναπομείναντα χρηστικά χάλκινα σκεύη είναι ελάχιστα και τα περισσότερα σκεύη που χρησιμοποιούμε πια είναι ανοξείδωτα βιομηχανικά προϊόντα.
Η λέξη γανωτής προέρχεται από το ρήμα ΓΑΝΩΝΩ και μάλιστα από το αρχαίο ρήμα ΓΑΝΩ = δίνω λάμψη… Στο τέλος το σκούπιζαν με καθαρό βαμβάκι για να γυαλίσει...

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016

Γιατί νοσταλγούμε τις παιδικές μας διακοπές;


Αν μιλήσουμε για την αθωότητα της παιδικής ηλικίας, θα είναι μάλλον πολύ κλισέ.
Αν μιλήσουμε για την ανεμελιά εκείνων των καλοκαιριών που ακόμη δεν είχαμε ταυτότητα και δεν κάναμε φορολογική δήλωση, θα είναι σαν να διατυπώνουμε το αυτονόητο. Γι’ αυτό, είναι ίσως καλύτερα να αφήσουμε να μιλήσουν για την αθωότητα και την ανεμελιά, οι ίδιες μας οι αθώες και ανέμελες αναμνήσεις.
Εκείνες οι αναμνήσεις, που μπορεί να ανασύρουν από το βάθος του ενήλικου μυαλού μας το αυτονόητο –τόσο βάθος όσο και εκείνο που η μάνα μας έτρεμε να μην φτάσουμε στη θάλασσα– αλλά δεν είναι λίγες οι φορές που αισθανθήκαμε χαζοί, επειδή αφήσαμε το αυτονόητο να γίνει δεδομένο και την ενήλικη φύση μας να θάψει την παιδική, κάτω από κάστρα και περίτεχνα σχέδια στην αμμουδιά, τα οποία με την πρώτη κρίση έγιναν πάλι αυτό που στην πραγματικότητα ήταν πάντα: Σκόνη.
Σήμερα, λοιπόν, χοροπηδάμε πάνω στα γκρεμισμένα μας κάστρα, και προτιμάμε να τσαλαβουτήσουμε στα ρηχά ή και στα βαθιά της παιδικής μας ηλικίας –σε εκείνες τις διακοπές που γέμισαν τα καλοκαίρια μας με ψήγματα ευτυχίας και κουκούτσια από καρπούζι– άλλωστε δεν χρειαζόμασταν και πολλά τότε για να νιώσουμε ευτυχισμένοι.
Το καταλαβαίναμε αργότερα, όταν επιστρέφαμε τον Σεπτέμβρη στο σχολείο, και το πρώτο «Σκέφτομαι και γράφω» που μας ανέθετε η δασκάλα είχε θέμα «Πώς πέρασα το καλοκαίρι».


"Διακοπές". Μια μαγική λέξη, που γινόταν πραγματικότητα, συνήθως κάθε Ιούνιο. Το σχολείο επιτέλους έκλεινε και, πριν επιστρέψουμε στο σπίτι με τον «έλεγχο» για να διαπραγματευτούμε τον προορισμό των διακοπών, φροντίζαμε να παίξουμε ένα γερό, γενναιόδωρο, βαρβάτο μπουγέλο. Το αν επιστρέφαμε στο σπίτι με ρούχα, εσώρουχα και έλεγχο, όλα βρεγμένα, δεν είχε καμία σημασία –για εμάς τουλάχιστον, γιατί η μαμά μας είχε διαφορετική άποψη.
Οι γονείς μας φρόντιζαν ακόμη και κατά την διάρκεια των διακοπών να κάνουν «το χρέος τους» στην εκπαίδευσή μας, και προμηθεύονταν εκείνα τα υπέροχα βιβλία που υπόσχονταν «διασκέδαση και μάθηση το καλοκαίρι». Τι κι αν ποτέ δεν τα ανοίγαμε, παρά μόνο για να κρύψουμε το τελευταίο τεύχος του Μίκυ Μάους, κάνοντας πως μελετάμε μαθηματικά; Άλλωστε, η μόνη αριθμητική που μας ενδιέφερε ήταν το γνωστό μέτρημα: Πόσα μπάνια έκανες; Πόσα παγωτά έφαγες; Χα, σε περνάω!
Τα μεσημέρια της «παραθέρισης» είχαν πάντα την γεύση του φαγητού της μαμάς, και φόντο εκείνα τα πλαστικά τραπεζομάντιλα με σχέδια-φρούτα (το ίδιο και τα σεντόνια μας). Και για επιδόρπιο πάντα, η μάχη μεταξύ καρπουζιού και πεπονιού, που πάντα ξεχνιόταν προς τον Σεπτέμβρη, όταν έμπαιναν στο παιχνίδι τα σταφύλια-σταφίδα.


Τα απογεύματα είχαν την μυρωδιά του αντηλιακού, και, αν πάμε ακόμη παλιότερα, του πλαστικού από τα μπρατσάκια και το σωσίβιο, με τα οποία νιώθαμε μικροί… Transformers μέσα στο νερό. Αργότερα, θα προσθέταμε στα αξεσουάρ την μάσκα για να ρίχνουμε μικρές κλεφτές ματιές και τον αναπνευστήρα για όχι-και-τόσο-κλεφτές ματιές.
Τα highlights της ημέρας μέσα στο νερό ήταν εκείνη η ανάποδη τούμπα που μέρες προσπαθούσαμε να τελειοποιήσουμε, αφού είχαμε ξεπεράσει τον φόβο της βουτιάς χωρίς να κλείνουμε τη μύτη ή τα μάτια. Κι ύστερα, θα δημιουργούσαμε αυτοσχέδιους «βατήρες» με τους φίλους, για να γίνουν όλο και πιο θεαματικές –καμία σημασία δεν είχε που τελικά πέφταμε κατευθείαν με την κοιλιά ή την πλάτη, και πονούσαμε για ώρες.
Ακόμη και τότε, μπορούσαμε να ξεκουραστούμε λίγο έξω από το νερό, να θαυμάσουμε «πωωω, πόσες ώρες ήμασταν μέσα» και πόσο μούλιασαν τα δάχτυλά μας, και να επιδοθούμε σε αμμουδερές ανασκαφές, που δεν σταματούσαν παρά όταν βρίσκαμε… νερό –ούτε για το πετρέλαιο της ΑΟΖ τόση χαρά.


Κι ύστερα, οι γνωστές φωνές, που κάναμε πως δεν ακούγαμε. Το soundtrack της Ελληνίδας μαμάς, να φωνάζει να μην πας στα βαθιά. Να μην πλατσουρίζεις και βρέχεις την αδερφή σου. Να περιμένεις να περάσουν τρεις ώρες από το μεσημεριανό φαγητό. Να βγεις να φας τα σνακ που κρύβει στην μαγική τσάντα θαλάσσης της, που χωρούσε περισσότερο εμπόρευμα από ένα mini market. Αλλά εσύ, από ένα σημείο και μετά, όντως δεν την άκουγες. Ίσως γιατί ήσουν ήδη αρκετά μακριά, κοντεύοντας στον στόχο, εκείνη την πορτοκαλί σημαδούρα που σε προκαλούσε να τη φτάσεις και να την προσπεράσεις. Ίσως και γιατί, βλέποντάς σε να πλησιάζεις εκείνη τη σημαδούρα, η μαμά σου είχε ήδη λιποθυμήσει πάνω στην ψάθα.


Κι εκείνες οι γεύσεις του καλοκαιριού, που δεν έχουν τελειωμό… Σειρά έχει ο ζαχαρένιος λουκουμάς, από τον ιδιαιτέρως ηλιοκαμένο κύριο που περνά ανά πεντάλεπτο από την παραλία. Και αργότερα, το βράδυ, ένα ολόκληρο καλαμπόκι, φρεσκοψημένο και μυρωδάτο από τη σχάρα του πλανόδιου στην περαντζάδα.
Μαζί με τη νύχτα, έβγαιναν παγανιά και τα κουνούπια. Και σίγουρα κανείς δεν ξεχνάει την εικόνα του εαυτού του να ξύνει τα «κουνούπια» (αυτολεξεί, και όχι το φλύαρο «τσιμπήματα κουνουπιών») σαν να μην υπάρχει αύριο. Το προτιμούσαμε από το να μυρίζουμε από χιλιόμετρα αουτάν.


Οι γνωριμίες με παιδιά που δεν είχες ξαναδεί στη ζωή σου, και ούτε θα ξαναέβλεπες, ήταν καθημερινές. Το μόνο που σε ένοιαζε ήταν να βρεις συμπαίκτες για το βραδινό κρυφτό ή κάποιους για να πας στην διπλανή παιδική χαρά, όσο «οι μεγάλοι» τρώνε στην ταβέρνα το χειρότερο φαγητό του κόσμου μετά τις φακές: Μπλιαχ, ψάρια.
Αγαπημένη ασχολία, να ξεφλουδίζεις το μαύρισμά σου –τότε δεν μας ενδιέφερε να διατηρήσουμε το ομοιόμορφο tan μέχρι τον Οκτώβριο.
Γνωρίζαμε για πρώτη φορά τις χαρές του κάμπινγκ, μαλώνοντας με τα αδέρφια μας για το πόσο χώρο πιάνουν στην σκηνή. Προηγούνταν φυσικά οι καβγάδες των πατεράδων για την ικανότητά τους στο στήσιμό της, ή, ακόμη πιο πριν, για την ικανότητα των μανάδων και συνοδηγών να διαβάσουν "έναν απλό χάρτη της Πελοποννήσου".


Επιστροφή στη θάλασσα: Αμφιβάλλουμε αν σας είναι άγνωστη η εικόνα σας να παίζετε θαλασσομαχίες, ανεβαίνοντας οι πιο αδύνατοι στους ώμους των πιο μεγαλόσωμων και προσπαθώντας να ρίξετε ο ένας τον άλλο.
Ώρα για επικίνδυνες αποστολές: Να προσπαθείς να ισορροπήσεις όρθιος πάνω σε ένα στρώμα θαλάσσης, αλλά τελικά να πέφτεις κάθε φορά, κάνοντας μούσκεμα τα μαλλιά της παρέας κοκέτων συνταξιούχων γυναικών, που παρίσταναν τα αγάλματα μέσα στο νερό λίγο πιο δίπλα. Αχ, αυτή η νεολαία.
Τέλος, περνούσαμε τα καλοκαίρια μας σε τόσο υπέροχα μέρη –από μια πανέμορφη Κυκλάδα μέχρι ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου– χωρίς να συνειδητοποιούμε πόσες παραστάσεις καλοκαιριού και ελληνικής γεωγραφίας μαζεύουμε στο υποσυνείδητό μας.
Το αντιλαμβανόμαστε τώρα, που πλέον εκτιμάμε έναν προορισμό με βάση την φήμη του, και όχι γιατί καταναλώνουμε όλη μας την ενέργεια για να περάσουμε καλά σ’ αυτόν.
Τι μας ένοιαζε αν ήμασταν στην Σαντορίνη ή στο τελευταίο χωριό του Ολύμπου; Οι διακοπές μας έκαναν το μέρος και όχι το μέρος τις διακοπές μας…

Το κείμενο είναι του Γιώργου Κόκουβα και προέρχεται από το in2life
Η επιμέλεια της παρουσίασης είναι του adamsjim για τις Σελίδες Νοσταλγίας

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2016

Καλοκαιρινός ύπνος, στον ήλιο του μεσημεριού...


Από τα παιδικά καλοκαίρια όλοι θα θυμόμαστε το δίωρο υποχρεωτικό διάλειμμα -μετά το μπάνιο στη θάλασσα και το μεσημεριανό φαγητό.
Οι μεγάλοι χρησιμοποιούσαν μια παλιομοδίτικη λέξη για να περιγράψουν την παράξενη συνήθειά τους να κόβουν τη μέρα στα δύο: σιέστα.
Για εμάς, τα παιδιά, «σιέστα» ήταν το αφόρητο απογευματινό δίωρο που απαγορευόταν να παίζουμε ή να μιλάμε.
Σιέστα ήταν η ώρα που κοιτάζαμε το ταβάνι του δωματίου μας, τους τοίχους, τις πρίζες, τα κάδρα, τα δάχτυλα των ποδιών μας.
Ο ύπνος μας έπαιρνε σχεδόν ψυχαναγκαστικά: κοιμόμασταν βαθιά και ξυπνούσαμε από την αίσθηση του αλατιού που αγκύλωνε το δέρμα μας, από το σάλιο στο μαξιλάρι μας.
Αντιδρούσαμε τότε είτε με εσωστρεφή μελαγχολία είτε με θυμό. Χάσαμε τη μέρα, χάσαμε το παιχνίδι μας.
Με το πέρασμα του χρόνου η σιέστα εξοβελίστηκε από τη ζωή μας επειδή υπήρχαν πάντα επείγουσες ασχολίες και ο απογευματινός ύπνος έμοιαζε με συνήθεια αργόσχολων.
Ακόμη κι όταν τα μάτια μας μισόκλειναν, φοβόμασταν ότι μπορεί να θεωρηθούμε μια αυθεντική μεσογειακή καρτ ποστάλ: οι μεσήλικες που γέρνουν το καπέλο και παίρνουν έναν υπνάκο στο τραπέζι του καφενείου.
Η βιολογία, όμως, έχει τους δικούς της κανόνες. Εκεί, γύρω στις τρεις, μετά το μεσημεριανό φαγητό, τα βλέφαρα γέρνουν και το σώμα λέει με τον τρόπο του «λυπήσου με».
Το φαινόμενο ονομάζεται ανάγκη για σιέστα. Η λέξη είναι ισπανική: προέρχεται από τη λατινική έκφραση hora sexta (έκτη ώρα) -αν μετρήσει κανείς το ξεκίνημα της μέρας από την αυγή. Άρα η ώρα της σιέστα είναι η δωδεκάτη μεσημβρινή, συνήθεια που τηρείται απαρέγκλιτα στα χωριά της Ισπανίας, της Ιταλίας, ίσως και της Ελλάδας, όπου η εργάσιμη μέρα αρχίζει νωρίς. Στις πόλεις ξεκινάμε τη μέρα μας αργότερα, οπότε μετατίθεται και η σιέστα.


Σήμερα ο ισπανικός ορισμός της σιέστα είναι δεκαπέντε ως τριάντα λεπτά ξεκούρασης χωρίς τηλέφωνο ή άλλους θορύβους. Μετά τη σιέστα ενδείκνυται ένα ποτήρι νερό και ένα κομμάτι σοκολάτας. Συμβουλή που συνάδει με την ιατρική εξήγηση της σιέστα: πέφτει το επίπεδο της γλυκόζης στο αίμα, ιδίως ύστερα από ένα βαρύ μεσημεριανό και αρχίζει η υπνηλία.
Καθώς, όμως, η παραγωγικότητα δεν ευνοείται με νυσταλέους εργαζόμενους, η σιέστα διανύει τη δεύτερη άνθισή της, ιδίως στις αμερικανικές επιχειρήσεις.
Η ερευνήτρια του Salk Institute της Καλιφόρνια, η Σάρα Μέντνικ, χαρακτήρισε τη σιέστα «προϊόν που ενισχύει τη συνείδηση, βελτιώνει τη σεξουαλική ζωή, περιορίζει τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιακών νοσημάτων, την παχυσαρκία και δυναμώνει τη μνήμη». Έτσι, η σιέστα διάβηκε επισήμως το κατώφλι των επιχειρήσεων. Είναι παράξενο, αλλά μόνο αν μας το πουν, αν μας το αποδείξουν με μετρήσεις και έρευνες, θεωρούμε ευεργετική μια συνήθεια. Διστάζουμε να επενδύσουμε χρόνο σε κάτι αντιπαραγωγικό, ακόμη κι όταν το σώμα μας φωνάζει για το αντίθετο.
Κατά βάθος χαίρομαι που η σιέστα αναβαθμίστηκε και που δεν είναι πια μια γραφική μεσογειακή συνήθεια. Χάρη στις έρευνες μπορώ να την κατατάξω στις ωφέλιμες πρακτικές και ίσως ακόμα και να την ενστερνιστώ. Πράγμα που αποδεικνύει ότι πολύ συχνά είμαστε δέσμιοι του παρελθόντος μας ή των στερεοτύπων γύρω από το πώς πρέπει ή δεν πρέπει να ζήσουμε τη ζωή μας.

gourmed

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

Κλασσικές Ταινίες... Γοητευτικές Βραδιές… Στα Θερινά Σινεμά…


Μύρισε καλοκαιράκι, τα θερινά σινεμά άνοιξαν, το σύντομο δίωρο ταξίδι στο όνειρο από την σκληρή πραγματικότητα ξεκίνησε.
Θερινά σινεμά, σημείο συνάντησης φίλων, καταφύγιο για τα ζευγάρια, που βρίσκουν την ευκαιρία στο μισοσκόταδο να δώσουν όλο και κάποιο φευγάτο φιλί, στέκι για τους μοναχικούς που απέμειναν στην σχεδόν άδεια πόλη, και η προβολή αρχίζει…
Ξεκαρδιστικές κωμωδίες, σπαρταριστά γέλια μέχρι δακρύων, με τους Χονδρό και Λιγνό, Άμποτ και Κοστέλλο, Φράνκο και Τσίτσιο, ή τον υπαριθ. 1 όλων των εποχών Λουί Ντε Φυνές. Εκθαμβωτικά Μιούζικαλ με ηθοποιούς που χόρευαν στον αέρα, με τα απίστευτα συνδυασμένα και αλάνθαστα βήματά τους. Φρέντ Αστέρ, Τζίντζερ Ρότζερς, Τζήν Κέλλυ, Ντάννυ Κέη κ.α. Περιπέτειες με τον Ταρζάν, τον κυρίαρχο της ζούγκλας, την Τζέην και την τσίτα, μάχη σώμα με σώμα με τα άγρια θηρία στο μεγαλείο της φύσης στα παρθένα δάση της Αφρικής, τυχοδιώκτες, λαθροκυνηγοί, μυστηριώδεις σπηλιές στα κρυφά μονοπάτια της ζούγκλας. Τζώννυ Βαϊσμύλερ, Λέξ Μπάρκερ, Γκόρντον Σκώτ και οι 3 ήταν υπέροχοι. Πειρατές, ξιφομαχίες, κρυμμένοι θησαυροί, τυφώνες, ναυάγια, ανταρσίες στους ωκεανούς, με τον Τάυρον Πάουερ ή τον Έρρολ Φλύνν, όπου είτε σαν Ρομπέν των Δασών, είτε σαν Κάπταιν Μπλουντ, ή Δον Ζουάν, το ξίφος του έβγαζε φωτιές και άναβε τις γυναικείες καρδιές.




Παραμυθένιες εξωτικές χώρες μυστηρίου με τον Σεβάχ τον θαλασσινό. Χίλιες και μια Νύχτες, ιπτάμενα χαλιά, όμορφες πριγκίπισσες, λάγνα χαρέμια, αμύθητα πλούτη, όλη η ανατολίτικη γοητεία, ο Αλαντίν και το Μαγικό Λυχνάρι, ο Αλή Μπαμπά και οι 40 Κλέφτες. Επικές και Ιστορικές, μεγαλειώδεις παραγωγές με χιλιάδες κομπάρσους, υπερθεάματα-κολοσσοί που δονούσαν την οθόνη: Όσα Παίρνει ο Άνεμος, Μπεν Χούρ, Κβο Βάντις, Δέκα Εντολές, Λόρενς της Αραβίας κ.α. Ταινίες τρόμου, Κινγκ Κονγκ, Αόρατος Άνθρωπος, Μούμια, Δράκουλας, Φρανκενστάιν, Λυκάνθρωπος. Τέρατα που μας έκαναν και χάσαμε τον ύπνο μας, βλέμματα που μας στοίχειωσαν και δεν ξεχάσαμε ποτέ. Μπέλα Λουγκόζι, Mπόρις Kαρλώφ, Βίνσετ Πράις, Πήτερ Κάσινγκ και Κρίστοφερ Λη. Αστυνομικές περιπέτειες με ξέφρενα κυνηγητά, φόνοι, σασπένς, συνομωσίες, διπλοί πράκτορες, μοιραίες γυναίκες, είτε με τον 007, τον 0SS 117 ή τον Επιθεωρητή Κάλαχαν.



Γουέστερν που άφησαν εποχή και μια εποποιία γράφεται. Θρυλικοί σερίφηδες και παράνομοι του Φαρ-Ουέστ σε Μονομαχίες, ύπουλες ενέδρες με συμμορίες, αδίστακτοι πιστολέρο, καραβάνια σε κίνδυνο, επελάσεις Ιππικού εναντίον των Ινδιάνων. Τα όπλα έξω απ' τις θήκες, και οι Τζέημς Στιούαρτ, Γκάρυ Κούπερ, Τζων Γουέην, Γκρέκορυ Πέκ, Κλιντ Ίστγουντ κ.α. έδωσαν ρέστα με τις ερμηνείες τους. Το δικό τους ύφος στην Άγρια Δύση με πιστόλια και σφαλιάρες έδωσαν και οι αγαπημένοι μας Τρινιτά, Τέρενς Χιλ και Μπαντ Σπένσερ. Και φυσικά, τα δικά μας διαμάντια, οι κλασσικές ταινίες της Finos Film που δεν είχαν τίποτε να ζηλέψουν από τις ξένες παραγωγές, με τους αξέχαστους γίγαντες και ζωντανούς μύθους του Ελληνικού κινηματογράφου, όπου εδώ ο κατάλογος είναι ατελείωτος...



Ας κάνουμε ένα φλάς μπακ στις αρχές της δεκαετίας του '50, τότε που η Ελλάδα μάζευε ακόμη τα κομμάτια της από το τέλος του πολέμου, τότε που άρχισε η πορεία των θερινών κινηματογράφων. Το καλοκαίρι του 1952 η αποθέωση του κινηματογράφου είναι οι θερινοί, έτσι όποιος διέθετε ένα μικρό οικόπεδο μπορούσε να ανοίξει και ένα θερινό σινεμά. Μια περίφραξη, μια χτιστή οθόνη και ένα μικρό υπερυψωμένο χτίσμα για την μηχανή προβολής και αυτό ήταν όλο. Το συμπλήρωμα των γιασεμιών, τα γεράνια, το αγιόκλημα και άλλων αναρριχητικών φυτών όλων των θερινών κάλυπτε τις κάποιες κακοτεχνίες, αφήνοντας την φύση να φτιάξει την δική της αρχιτεκτονική. Έτσι φτιάχτηκαν οι θερινοί, ξεχωριστοί, ο καθένας με την δική του προσωπικότητα και ιστορία.



Υπήρξαν όμως και θερινοί αρίστης αρχιτεκτονικής όπως… Ο "Έσπερος" στις Σέρρες, ο "Ορφέας" στην Χαλκίδα, "Έσπερος" και "Ολύμπια" στην Καβάλα και ο "Κρόνος" στον Πόρο Ηρακλείου Κρήτης. Αξιόλογοι κινηματογράφοι με εντυπωσιακή εμφάνιση και αρχιτεκτονική, συνδυασμού χειμερινής αίθουσας με θερινό στην ταράτσα, ήταν η "Άντζελα" που άνοιξε το 1958 στην οδό Πατησίων, το "Ολύμπιον" το 1965 στο Περιστέρι, το "Παλλάς" το 1962 στην Κέρκυρα, κ.α. Το 1954 στην Αθήνα υπάρχουν 161 θερινοί, έως το καλοκαίρι του 1958 προσθέτονται κάθε χρόνο 20 θερινοί ξεπερνώντας τους 240, το 1959 ανοίγουν άλλοι 38 και ο αριθμός αγγίζει τους 280. Το καλοκαίρι του 1960 είναι έτοιμοι άλλοι 30 και ο αριθμός φθάνει τους 310, έως το καλοκαίρι του 1970 το σύνολο των θερινών είναι 542. Με πιο μικρούς ρυθμούς ακολουθεί η Θεσσαλονίκη, έως το 1964 διαθέτει 55 θερινούς, που το 1970 φθάνουν τους 98.
Λίγο πριν ξεκινήσει η θερινή σεζόν του 1967 ήρθε η δικτατορία των Συνταγματαρχών, όμως δεν επηρεάστηκε καθόλου η κίνηση των κινηματογράφων, θερινών ή χειμερινών. Οι θεατές συνέχισαν απτόητοι να πηγαίνουν σινεμά, έστω κι αν έπρεπε να υποστούν το 15λεπτο βομβαρδισμό των υποχρεωτικών «Επίκαιρων», που παρήγαγαν εβδομαδιαίως οι υπηρεσίες της χούντας.



Από τις αρχές της δεκαετίας του ΄70 αρχίζει η μεγάλη πτώση που οφείλεται στην τηλεόραση. Στα τέλη της δεκαετίας του ΄80, η αξέχαστη Μελίνα Μερκούρη (υπουργός πολιτισμού τότε) έβαλε φρένο στις αντιπαροχές που εξαφάνιζαν με ταχύ ρυθμό τους θερινούς, σώζοντας αρκετούς και επιχορηγώντας για ανακαινίσεις. Από τότε, θερινοί και χειμερινοί ανακαινίστηκαν και λειτουργούν έως σήμερα αξιοπρεπώς. Εν έτη 2010, η Αθήνα αριθμεί 95 θερινούς και η Θεσσαλονίκη μόλις 8.
Από το 2000, κάποια γραφεία διανομής (προς τιμήν τους), κάθε καλοκαιρινή σεζόν διαθέτουν σε επανέκδοση με νέες επεξεργασμένες κόπιες, ταινίες αριστουργήματα που έμειναν στην ιστορία του κινηματογράφου και προβλήθηκαν ταινίες όπως… "Η Βασίλισσα της Αφρικής" (1951) Χάμφρευ Μπόγκαρτ, Κάθριν Χέπμπορν. "Το Τραίνο θα Σφυρίξει 3 Φορές" (1952) Γκάρυ Κούπερ, Γκρέης Κέλλυ. "Δράκουλας" (1958) Κρίστοφερ Λη, Πήτερ Κάσινγκ, "Μερικοί το Προτιμούν Καυτό" (1959) Μέριλυν Μονρόε, Τζάκ Λέμμον, Τόνυ Κέρτις, "Στην Σκιά των 4 Γιγάντων" (1959) Κάρυ Γκράντ, Εύα Μαρί Σέντ, "Υπόθεση Τόμας Κράουν" (1968) Στήβ Μακ Κουήν, Φέη Νταναγουέη κ.α.



Φέτος οι επανεκδόσεις ήταν απίστευτες, η μια ταινία καλύτερη από την άλλη και αυτό το καλοκαίρι το Χόλλυγουντ των περασμένων δεκαετιών ήταν εδώ κι εμείς το φιλοξενήσαμε και το τιμήσαμε, διότι όταν το θέαμα είναι τέτοιου επιπέδου που ούτε τα DVD, ούτε τα home cinema μπορούν να το ανατρέψουν.
Η γλυκύτατη και αξέχαστη Όντρευ Χέπμπορν ήταν κοντά μας με 5 ταινίες και ο σκληρός ως τα άκρα Χάμφρευ Μπόγκαρτ με 3 και μια ταινία και με τους 2 μαζί. Φέτος είδαμε… "Το Γεράκι της Μάλτας" (1941) Χάμφρευ Μπόγκαρτ, Μαίρη Άστορ, "Καζαμπλάνκα" (1942) Χάμφρευ Μπόγκαρτ, Ίνγκριντ Μπέργκμαν, "Ο Μεγάλος Ύπνος" (1946) Χάμφρευ Μπόγκαρτ, Λωρήν Μπακώλ, "Τραγουδώντας στη Βροχή" (1952) Τζήν Κέλλυ, Ντέμπι Ρέυνολντς και την θεά Σιντ Τσάρις (οι ωραιότερες γάμπες του Χόλλυγουντ), "Διακοπές στη Ρώμη" (1953) Γκρέκορυ Πέκ, Όντρευ Χέπμπορν, "Σαμπρίνα" (1954) Χάμφρευ Μπόγκαρτ, Όντρευ Χέπμπορν, Γουίλλιαμ Χόλντεν, "Τηλεφωνήσατε Ασφάλεια Αμέσου Δράσεως" (1954) Γκρέης Κέλλυ, Ρέη Μίλλαντ, "Αστείο Μουτράκι" (1957) Φρέντ Αστέρ, Όντρευ Χέπμπορν, "Δεσμώτης του Ιλίγγου" (1958) Τζέημς Στιούαρτ, Κίμ Νόβακ, "Πρόγευμα στο Τίφανις" (1961) Όντρευ Χέπμπορν, Τζώρτζ Πέπαρντ, "Ραντεβού στο Παρίσι" (1963) Κάρυ Γκράντ, Όντρευ Χέπμπορν, "Μπόννι και Κλάιντ" (1967) Φέη Νταναγουέη, Γουώρεν Μπήτυ, "Η Πρώτη Σελίδα" (1974) Τζάκ Λέμμον, Γουώλτερ Ματτάου και η συνέχεια επί της οθόνης...


Όλοι μας έχουμε αναμνήσεις από κάποιο θερινό σινεμά, που πότε-πότε θυμόμαστε και νοσταλγούμε και το ξέρουμε ότι αυτή η ζωηρή ανάμνηση δεν θα σβήσει ποτέ. Ο χρόνος αντιμετώπισε με σεβασμό τα θερινά σινεμά, τα οποία δόξασαν μια τέχνη και λάμπρυναν μια εποχή. Σε μια Ελλάδα που χάνεται απομακρυσμένη από τις αξίες της, τα θερινά σινεμά είναι ακόμη εδώ, η κινηματογραφική ναυαρχίδα των χολλυγουντιανών επιλογών, για τους ορκισμένους εραστές της έβδομης τέχνης, να ξαναδούμε ταινίες που είχαν μιλήσει στην καρδιά μας, όταν είμαστε ακόμη παιδιά, ταινίες που βρήκαν τη σωστή τους θέση στο αρχείο της ψυχής. Η παρουσία μας σε κάποια προβολή κι ένας ελάχιστος φόρος τιμής, σαν μια βαθιά υπόκλιση από εμάς σε όλους αυτούς που ανέβηκαν στη σκηνή του μύθου για πάντα…
Σ' ένα σύντομο κινηματογραφικό ταξίδι στα παλιά, σε μια εποχή που δεν θα επιστρέψει ποτέ…

Σπύρος Πιτικάρης, για το Club Φίλων Μικρός Σερίφης, http://www.mikrosserifis.blogspot.com/
Σεπτέμβριος 2010
Επιμέλεια παρουσίασης: Πλαφουτζής Παναγιώτης
ΣΕΛΙΔΕΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ, 2016

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...