Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2023

Ινδιάνικη ποίηση: η «ζωντανή» λέξη της ψυχής


Του Δημήτρη Α. Δημητριάδη

«Ω, Μητέρα γη γέρνουμε πάνω σου κάθε νύχτα
κι απ’ τα σφαλιστά μας βλέφαρα
δραπετεύουν τα όνειρά μας.
Σκιές μέσα στο φεγγαρόφωτο περπατάνε οι ψυχές μας.
Εσύ μας κρατάς στο σύντομο ύπνο του θανάτου
κι εσύ μας ξαναδέχεσαι στη ζωή».

Όλη η καταγεγραμμένη ιστορία των Ινδιάνων βρίσκεται μέσα στους ψαλμούς, στις προσευχές και στα τραγούδια τους. Τα πάντα για τον Ινδιάνο μεταφράζονται σε ήχο, η μουσικότητα είναι συνδεδεμένη άμεσα με την ύπαρξή τους. Ακόμα και τα ονόματά τους φανερώνουν αυτή τη σύνδεση της ψυχής με τον ήχο, την ανάγκη του ψυχισμού για ρυθμό κι αρμονία. Το Γελαστό Νερό, το Τραγούδι του Ανέμου, το Μάτι του Γερακιού, το Σιγανό Ποτάμι, είναι αντηχήσεις από τον εσωτερικό δικό τους ρυθμό, που αντανακλά τη ροή της ζωής.


Παιδιά της φύσης οι αυτόχθονες Αμερικάνοι, έζησαν κι έγραψαν τη δική τους ποίηση. Ποίηση «τρόπο ζωής», μια και η κίνηση, ο ήχος και η δράση, είναι ιδιότητες της ινδιάνικης ιδιοσυγκρασίας. Το θρόισμα των φύλλων, ο ήχος της βροχής, η βροντή της αστραπής, το κελάηδημα των πουλιών, το κελάρυσμα του ποταμού, είναι οι νότες της δικής του μουσικής, αλλά και τα λόγια οι μουσικές λέξεις της ποίησής τους. Πάνω στο τύμπανο με δέρμα από ελάφι δονούνται κι έπειτα εκρήγνυνται τα σπλάχνα της γης.
Οι αυτόχθονες Αμερικάνοι γράφουν τη δική τους ιστορία με το δικό τους τρόπο. Στο βιβλίο της Ιστορίας τους δε θα βρεις ονόματα φυλάρχων, ιστορικές νίκες και ήττες, θα βρεις όμως την ανθρώπινη ανωτερότητα, το σεβασμό της έμφυτης ανάγκης για ειρήνη, τη συναίσθηση της ομαδικής προσπάθειας για την επίτευξη κάθε ανθρώπινου στόχου. Θα βρεις το αίσθημα εξάρτησης από τις θείες δυνάμεις, καθώς και τον ασίγαστο πόθο της επιστροφής, την αναμμένη ιερή φλόγα της θύμησης για την πατρίδα των προγόνων… τις Πλειάδες των ουρανών. Ξεφυλλίζεις νοερά αυτό το βιβλίο όχι για να βρεις στρατιωτικές νίκες και κατακτήσεις, αλλά για ν’ ακούσεις το ξεχασμένο τραγούδι της φύσης. Γυρίζεις σελίδα-σελίδα κι αποστηθίζεις την αρμονία και το ρυθμό που κρύβει μέσα της η ανθρώπινη ψυχή.


Για τον Ινδιάνο, τα γεγονότα είναι αδιαχώριστα δεμένα μεταξύ τους, ζωή και θάνατος, χαρά και λύπη, ουρανός και γη, νύχτα και μέρα, γίνονται τραγούδι, τα αιώνια συναισθήματα γίνονται ποίηση. Η συμπάθεια, η αγάπη, η χαρά της νίκης, η γλυκιά θλίψη για κάτι που έφυγε, ο πόνος της απουσίας, όπως και η ανάγκη για ειρήνη κι ευτυχία, γίνονται αφορμή για τούτο το σιγανό ψέλλισμα στα χείλη του, που άλλοτε μοιάζει μοιρολόι κι άλλοτε ύμνος γεμάτος ευχαριστίες: με την ψυχή του ανοιγμένη στο θρίαμβο της ύπαρξης γύρω από το φως της φωτιάς, με τα άστρα μετέωρα στον ουρανό, τις παρυφές των ιερών βουνών φωτισμένες από το πορτοκαλί φεγγάρι και με τη νύχτα ν’ αντηχεί από θρύλους, μύθους και παραδόσεις.
Η ινδιάνικη ποίηση παραβιάζει με τον πιο ανώδυνο τρόπο, άτεχνο σχεδόν, με αστόλιστες απλές κι επαναλαμβανόμενες εκφράσεις το χώρο του αισθητού, για να μας πάει εκεί όπου οι λέξεις αφήνονται από την ουσία και μόνο της αλήθειας να οδηγηθούν. Η μαγεία του ινδιάνικου στίχου είναι η αλήθεια του. Ειλικρίνεια, που προβάλλει σαν ακατέργαστος πολύτιμος λίθος από τα έγκατα της γης, για να μας θαμπώσει από τη λιτή μεγαλοπρέπειά του. Όταν η απλότητα και η δύναμη συνυπάρχουν, όταν η ομορφιά εκφράζει τη φιλοσοφία, όταν το πάθος ενώνεται με τη γαλήνη της αποδοχής, τότε γεννιέται ο ινδιάνικος στίχος.


Η ποίηση των Ινδιάνων, παρ’ όλο που δεν έφτασε ολόκληρη και πλήρης ως εμάς, από την έκταση της λευκής καταστροφής και την αδιαφορία του κατακτητή για οποιοδήποτε στοιχείο των κατακτημένων, ερευνήθηκε και ψάχτηκε από τους εραστές της ποίησης αλλά και τους εραστές της ζωής, σαν κοίτη ενός ποταμού γεμάτη ψήγματα χρυσού. Για ν’ αφήσει στον καθένα ξεχωριστά τούτο το πολύτιμο πετράδι, «τη ζωντανή λέξη» της ψυχής, την καθαρότητα, την απλότητα και τη δύναμη ενός κόσμου ξεχωριστού, συγκινώντας πάντοτε.
Η ινδιάνικη ποίηση –το μονοπάτι του Ωραίου– είναι ακόμη ένας δρόμος προς την ελευθερία του πνεύματος. Τα παιδιά του Ήλιου, τα παιδιά των αστεριών, οι έφηβοι Ήρωες, το γνώριζαν και το περπατούσαν. Ακολουθώντας τα ίχνη του ανέμου, με τα μάτια στραμμένα στο πέταγμα του αετού…


🔎4432

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020

Λογοτεχνικές Προτάσεις 687: Η βιβλιοθηκάριος του Άουσβιτς (Μυθιστόρημα)


Βασισμένο στην αληθινή ιστορία
της κρατούμενης Ντίτα Κράους

Η ιστορία της μικρότερης και πιο επικίνδυνης βιβλιοθήκης στον κόσμο, ειπωμένη από μια κρατούμενη του Άουσβιτς που κατόρθωσε να επιβιώσει

Ιανουάριος του 1944. Η έφηβη Ντίτα Κράους με τους γονείς της μεταφέρεται από το γκέτο των Εβραίων της Τερεζίν στην Πράγα, στο στρατόπεδο Άουσβιτς-Μπιρκενάου. Μόνο η Ντίτα Κράους και μια χούφτα ακόμα κρατούμενοι επέζησαν, έπειτα από παραμονή ενός έτους, πριν από την απελευθέρωσή τους από τους Συμμάχους την Άνοιξη του ’45. Παρατηρεί τα πάντα, θυμάται τα πάντα και αφηγείται τα πάντα στον Αντόνιο Ιτούρμπε: Τον φόβο, τους συντρόφους που βρίσκαν νεκρούς το πρωί από την πείνα και το κρύο, την καταναγκαστική εργασία κάτω από τα γρονθοκοπήματα των «Κάπος», τις περιοδικές «επιλογές» που ξεχώριζαν τους υγιείς από τους αρρώστους που οδηγούνταν στα κρεματόρια.
Μα πάνω απ’ όλα, θυμάται τον Φρέντι Χιρς, τον αρχηγό του παιδικού μπλοκ 31. Στη μαύρη λάσπη του Άουσβιτς που καταπίνει τα πάντα, ο Φρέντι Χιρς έκτισε μυστικά ένα σχολείο. Οι Ναζί δεν το ξέρουν. Όπως δεν γνωρίζουν και την ύπαρξη της μικρότερης, κρυμμένης και παράνομης δημόσιας βιβλιοθήκης που υπήρξε ποτέ. Περιλαμβάνει έξι «ομιλούντα» βιβλία και οχτώ τυπωμένα. Τα τελευταία, η νεαρή Ντίτα τα κρύβει κάτω από το φόρεμά της με κίνδυνο της ζωής της.

Διαβάστε ένα απόσπασμα του βιβλίου:

«Δεν είναι εύκολο για την Ντίτα. Η απουσία του πατέρα της τη βαραίνει αφόρητα. Κυκλοφορεί στο στρατόπεδο σαν να έχει μια σιδερένια μπάλα δεμένη στον αστράγαλο. Πώς μπορεί κάτι που δεν υπάρχει πια να είναι τόσο ασήκωτο; Πώς μπορεί να έχει βάρος το κενό;
Ε, λοιπόν, μπορεί.
Εκείνο το πρωί σχεδόν δεν μπορούσε να κατέβει από την κουκέτα της. Το έκανε τόσο αργά, που έβγαλε εκτός εαυτού τη διπλανή της, η οποία άρχισε να βρίζει με τα πιο χυδαία λόγια που είχε ακούσει ποτέ η Ντίτα. Οποιαδήποτε άλλη μέρα θα τρόμαζε από την οργή της γυναίκας, αλλά τώρα δεν είχε ούτε την ενέργεια να τρομάξει. Γύρισε το κεφάλι της και της έριξε ένα βλέμμα τέτοιας αδιαφορίας, που παραδόξως εκείνη σταμάτησε να βρίζει και δεν έβγαλε λέξη μέχρι να ολοκληρώσει η Ντίτα την αργή της κατάβαση.
Μετά την απογευματινή καταμέτρηση, τα παιδιά του μπλοκ 31 έσπευσαν θορυβωδώς είτε να παίξουν είτε να επιστρέψουν στους γονείς τους. Η Ντίτα, εντελώς μουδιασμένη, αρχίζει να μαζεύει αργά τα βιβλία και σέρνεται ως το δωμάτιο του διευθυντή, για να τα κρύψει. Ο Φρέντι ψαχουλεύει κάτι μισοάδεια κουτιά, όπου όλο και κάτι ίσως να έβρισκε για να ζωντανέψει τη γιορτή του Σαμπάτ στον θάλαμο.
«Έχω κάτι για σένα, για να επισκευάσεις τα βιβλία», λέει ο Χιρς.
Κρατά ένα χαριτωμένο μπλε ψαλίδι, από αυτά που χρησιμοποιούν τα μικρά παιδάκια στο σχολείο. Δεν θα πρέπει να ήταν εύκολο να αποκτήσει ένα τόσο πολύτιμο αντικείμενο. Ο διευθυντής φεύγει αμέσως, πριν προλάβει εκείνη να τον ευχαριστήσει.
Η Ντίτα αποφασίζει να αξιοποιήσει το ψαλίδι για να κόψει μερικές κλωστές που κρέμονται από το παλιό τσέχικο βιβλίο. Προτιμά να μείνει και να κάνει οποιαδήποτε δουλειά στο μπλοκ 31. Ξέρει ότι η κυρία Τουρνόβσκα και μερικές γνωστές από την Τερεζίν κρατούν συντροφιά στη μητέρα της· και δεν έχει όρεξη να δει κανέναν. Ταξινομεί όλα τα βιβλία στην κρυψώνα τους, εκτός από το ρημαγμένο μυθιστόρημα. Από την κρυψώνα βγάζει και ένα μικρό βελούδινο σακουλάκι. Κλείνει με ένα κορδόνι και στεγάζει το κουτί πρώτων βοηθειών για τα βιβλία της. Το σακουλάκι περιείχε κάποτε τέσσερα κουφέτα. Ήταν το βραβείο ενός ιδιαίτερα ανταγωνιστικού παιχνιδιού λεξομαχίας. Η Ντίτα περιστασιακά φέρνει στη μύτη της το βελούδινο ύφασμα και εισπνέει την υπέροχη μυρωδιά εκείνων των κουφέτων.
Πηγαίνει στη γωνία με τις σανίδες, όπου κάθεται συνήθως, και αφοσιώνεται με ζήλο στη δουλειά. Αρχικά κόβει με το ψαλίδι όλες τις κλωστές που κρέμονται. Μετά, σαν να ράβει κάποια ανοιχτή πληγή, χρησιμοποιεί μια υποτυπώδη βελόνα και κλωστή για να ξαναδέσει μερικές σελίδες που ήταν έτοιμες να ξεκολλήσουν. Το αποτέλεσμα δεν είναι όμορφο, αλλά οι σελίδες τώρα δεν πρόκειται να βγουν. Βάζει και μερικά κομμάτια λευκοπλάστη όπου υπάρχουν σκισίματα, και το βιβλίο σταματά να δείχνει σαν να είναι έτοιμο να διαλυθεί.
Θέλει να δραπετεύσει από την επαίσχυντη πραγματικότητα αυτού του στρατοπέδου που σκότωσε τον πατέρα της. Και ξέρει ότι ένα βιβλίο είναι σαν μια μπουκαπόρτα που σε οδηγεί σε ένα μυστικό δωμάτιο: μπορείς να την ανοίξεις και να μπεις μέσα. Και ο κόσμος σου είναι διαφορετικός.
Προς στιγμήν διστάζει· αναρωτιέται αν θα έπρεπε ή όχι να διαβάσει το βιβλίο με τις σελίδες που λείπουν και που, σύμφωνα με τον Χιρς, είναι ακατάλληλο για δεσποινίδες και φέρει τον τίτλο "Ο καλός στρατιώτης Σβέικ". Αλλά ο ενδοιασμός της διαρκεί λιγότερο κι από τη μεσημεριανή σούπα της.
Στο κάτω κάτω, ποιος είπε ότι θέλει να είναι μια νεαρή δεσποινίς;
Θα προτιμούσε να είναι ερευνήτρια που μελετά μικρόβια ή πιλότος, αντί να είναι ένα σεμνότυφο πλάσμα με δαντελωτά φορέματα και καλτσόν με λευκούς φιόγκους.
Το βιβλίο διαδραματίζεται στην Πράγα κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου και ο συγγραφέας του, ο Γιάροσλαβ Χάσεκ, περιγράφει τον πρωταγωνιστή του ως έναν παχουλό πολυλογά που, αφού γλίτωσε ήδη μία φορά τη στράτευση –κρίθηκε ακατάλληλος «λόγω ηλιθιότητας»–, τελικά καλείται πάλι να υπηρετήσει. Φτάνει στο κέντρο στρατολογίας σε αναπηρικό καροτσάκι, γιατί υποτίθεται πως πάσχει από ρευματισμούς στα γόνατα. Είναι ένας κατεργάρης που θέλει να τρώει και να πίνει ό,τι βρίσκει μπροστά του και να δουλεύει όσο το δυνατόν λιγότερο. Το όνομά του είναι Σβέικ και βγάζει μεροκάματο πιάνοντας αδέσποτα σκυλιά και πουλώντας τα σαν καθαρόαιμα ράτσας. Μιλά πολύ ευγενικά σε όλους, ενώ οι κινήσεις του και το φιλικό του βλέμμα είναι πάντα καλοσυνάτα. Κάθε φορά που κάποιος τον ρωτάει κάτι, συνήθως λέει μια ιστορία ή ένα αστείο για να συνοδέψει την απάντησή του, αν και τις περισσότερες φορές δεν έχουν κάποια σχέση με το εν λόγω θέμα και κανείς δεν ζήτησε να τα ακούσει. Και όλοι προβληματίζονται από το γεγονός ότι, κάθε φορά που κάποιος του επιτίθεται ή του φωνάζει ή τον προσβάλλει, αυτός δεν αντιδρά, αλλά συμφωνεί μαζί του. Με αυτόν τον τρόπο τούς πείθει ότι είναι απολύτως ηλίθιος και τον αφήνουν ήσυχο.
«Είσαι ζωντόβολο!»
«Μάλιστα, κύριε, έχετε απόλυτο δίκιο», απαντάει ο Σβέικ με τον πιο ταπεινό του τόνο.
Η Ντίτα νοσταλγεί τον γιατρό Μάνσον, ο οποίος την ταξίδεψε στις πόλεις των ανθρακωρύχων στην Ουαλία, ή ακόμα και τον Χανς Κάστορπ, που τεντωνόταν ήρεμος στη σεζλόνγκ του αγναντεύοντας τις Άλπεις. Αυτό το βιβλίο επιμένει να τη δέσει με τη Βοημία και τον πόλεμο. Τα μάτια της ξεφυλλίζουν τις σελίδες και δεν μπορεί να καταλάβει τι ακριβώς προσπαθεί να της πει ο συγγραφέας. Ένας έξαλλος αξιωματικός επιπλήττει τον πρωταγωνιστή, αυτόν τον παχουλό και χαζούλη φτωχοδιάβολο με τα ταλαιπωρημένα ρούχα. Δεν της αρέσει αυτό που διαβάζει: η κατάσταση είναι σχεδόν παρακμιακή. Της αρέσουν τα βιβλία που υμνούν τη ζωή, όχι που τη μικραίνουν.
Αλλά υπάρχει κάτι οικείο σε αυτόν τον χαρακτήρα. Και, σε κάθε περίπτωση, ο κόσμος που βιώνει γύρω της είναι πολύ χειρότερος, οπότε προτιμά να μείνει καθισμένη στο σκαμνάκι της, συγκεντρωμένη στο διάβασμά της, ελπίζοντας πως οι καθηγητές που κάθονται γύρω της και συζητούν δεν θα της δώσουν πολλή σημασία.
Λίγο πιο κάτω στο βιβλίο συναντά τον Σβέικ ντυμένο παράταιρα με τη στρατιωτική στολή της Άυστροουγγρικής Άυτοκρατορίας, παρά το γεγονός ότι οι Τσέχοι, τουλάχιστον αυτοί της εργατικής τάξης, δεν ήταν διόλου χαρούμενοι που βρίσκονταν υπό τις διαταγές των άτεγκτων Γερμανών στον Μεγάλο Πόλεμο.
Και πόσο δίκιο είχαν, σκέφτεται η Ντίτα.
Είναι υπασπιστής του υπολοχαγού Λούκας, που του φωνάζει, τον αποκαλεί ζώο και του δίνει σφαλιάρες κάθε φορά που ο Σβέικ τον κάνει έξω φρενών. Γιατί δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Σβέικ έχει ένα ταλέντο στο να κάνει τα πράγματα πολύπλοκα· τοποθετεί σε τυχαία σημεία τα έγγραφα που του είχαν εμπιστευτεί· κάνει το ακριβώς αντίθετο από την εντολή που του έδωσαν, με αποτέλεσμα να γελοιοποιεί τον αξιωματικό. Κι όλα αυτά παρόλο που πάντα δείχνει να ενεργεί με τις καλύτερες των προθέσεων, απλώς με μηδαμινή πνευματική ικανότητα. Σε αυτό το σημείο του βιβλίου, η Ντίτα ακόμη δεν μπορεί να καταλάβει αν ο Σβέικ κάνει τον ηλίθιο ή αν είναι όντως ένας ανόητος.
Έχει πολύ μεγάλη δυσκολία να καταλάβει τι προσπαθεί να πει ο συγγραφέας. Ο εξωφρενικός στρατιώτης απαντά στις ερωτήσεις και στις διαταγές του ανωτέρου του με έναν τόσο επώδυνα αναλυτικό τρόπο, που οι απαντήσεις του δεν έχουν τέλος. Διακλαδίζονται συνέχεια σε μικρές ιστορίες συγγενών και γειτόνων που ο στρατιώτης εισάγει με απόλυτη σοβαρότητα στην απάντησή του με τον πιο παράλογο τρόπο: «Συνάντησα κάποιον Πάλιβετς, που είχε μια ταβέρνα στο Λίμπεν. Κάποια στιγμή μέθυσε με τζιν ένας τηλεγραφητής και, αντί να παραδώσει στους συγγενείς ενός φτωχού ανθρώπου που είχε πεθάνει τα μηνύματα συλλυπητηρίων, τους παρέδωσε τον τιμοκατάλογο του μπαρ. Προκλήθηκε μεγάλο σκάνδαλο. Κυρίως επειδή μέχρι τότε κανείς δεν είχε διαβάσει τον τιμοκατάλογο και, όπως αποδείχθηκε, ο γερο-Πάλιβετς χρέωνε το κατιτίς παραπάνω για κάθε ποτό· αν και αργότερα εξήγησε ότι τα επιπλέον χρήματα ήταν για φιλανθρωπικό σκοπό…».
Οι ιστορίες που χρησιμοποιεί για να διανθίσει τις εξηγήσεις του γίνονται τόσο μακροσκελείς και σουρεαλιστικές, που ο λοχαγός καταλήγει να του φωνάξει να εξαφανιστεί: «Χάσου από μπροστά μου, κουφιοκέφαλε!».
Και η Ντίτα εκπλήσσεται που πιάνει τον εαυτό της να γελάει στη σκέψη της έκφρασης του υπολοχαγού. Αμέσως μαλώνει τον εαυτό της. Πώς μπορεί ένας τόσο ηλίθιος χαρακτήρας να την κάνει να γελά; Μέχρι που αναρωτιέται προς στιγμήν αν έχει το δικαίωμα να γελά μετά από αυτό που έγινε· και με όσα ακόμη γίνονται.
Πώς μπορείς να γελάς όταν οι άνθρωποι που αγαπάς πεθαίνουν;»

Το βιβλίο τιμήθηκε με το βραβείο TROA και μεταφράστηκε σε 22 γλώσσες

«Ένα μυθιστόρημα που παρότι δεν χρυσώνει το χάπι για τις αδιανόητες θηριωδίες των στρατοπέδων θανάτου, αποτελεί ύμνο για τη ζωή.»
–Kirkus Reviews

«Ένα αξέχαστο, σπαρακτικό μυθιστόρημα.»
–Publishers Weekly

Ο Αντόνιο Ιτούρμπε γεννήθηκε στη Σαραγόσα και μεγάλωσε στη Βαρκελώνη. Σπούδασε δημοσιογραφία και εργάζεται ως πολιτιστικός συντάκτης και βιβλιοκριτικός. Είναι από το 1996 διευθυντής του περιοδικού Que Leer.

Συγγραφέας: Antonio G. Iturbe
Μετάφραση: Αγγελική Βασιλάκου
Σελίδες: 528
ISBN: 978-960-645-043-3
Διαστάσεις: 14 x 20,5 εκ.
Χρώμα: Μονόχρωμο
Εξώφυλλο: Μαλακό
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 13/03/2020
Αρχική τιμή: 17,70€
Εκδότης: Κλειδάριθμος

🔎3839

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2019

Λογοτεχνικές Προτάσεις 553 / Βιβλιοκριτική: Το εργοστάσιο των μολυβιών (Ιστορικό μυθιστόρημα)


Του Παναγιώτη Πλαφουτζή

Το «Εργοστάσιο των μολυβιών» είναι ένα μυθιστόρημα για την επανάσταση και τους επαναστάτες. Επίσης, είναι ένα μυθιστόρημα για τα τρομερά γεγονότα που συγκλόνισαν τον κόσμο, και για άλλα, λιγότερο τρομερά, που τον συγκλόνισαν επίσης. Η ιστορία αρχίζει το 1866, στο Κάιρο, όταν χτίζεται η διώρυγα του Σουέζ, και τελειώνει στην Αθήνα, λίγες μέρες πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρόκειται για το χρονικό μιας ελληνικής αστικής οικογένειας που δεν μοιάζει με τις άλλες, και που δεν συμμορφώνεται με την ηθική του δέκατου ένατου αιώνα. Ακόμα, πρόκειται για την ιστορία μιας μεγάλης φιλίας, που αρχίζει στη Ζυρίχη και που συνεχίζεται στις ταραγμένες πόλεις του κόσμου: στο Βερολίνο και στην Αγία Πετρούπολη. Στο «Εργοστάσιο των μολυβιών» οι ήρωες βρίσκονται στη δίνη των πολιτικών γεγονότων, από τις αιματηρές εξεγέρσεις κατά της αποικιοκρατικής εξουσίας μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση, κι από την παραφορά της μετεπαναστατικής Ρωσίας μέχρι τα εγκλήματα του σταλινικού καθεστώτος -κι ανάμεσα σ' αυτά τα γεγονότα συμβαίνουν άλλα, όχι λιγότερο συνταρακτικά: ο έρωτας, η απελπισία, η αρρώστια και τα παιχνίδια της τύχης. Το «Εργοστάσιο των μολυβιών» είναι ένα βιβλίο για τον άνθρωπο-τεχνικό και για τον άνθρωπο-επαναστάτη, που είναι συχνά το ίδιο. Και για το μεγαλείο τού να πεθαίνεις μ' έναν τόμο του Μαγιακόβσκι στην τσέπη, αλλά όχι προτού ζήσεις μια υπέροχη ζωή.

Απόσπασμα

Κάιρο 1866-1892
Το επώνυμο του δεν ήταν πάντοτε Ασημάκης: το άλλαξε σε Ασημάκης όταν πήγε στο Κάιρο, το 1866 - κεντίβης τότε ήταν ο Ισμαήλ Πασάς -, για να δουλέψει μηχανικός στο Σουέζ, στη διώρυγα. Οι Γάλλοι -για τους Γάλλους δούλευε- τη λέγανε κανάλι. Ο πατέρας του καταγόταν απ' τη Χίο, είχε μια μικρή μεταξοβιοτεχνία, αλλά το 1850 πήγε στην Αθήνα για ν' ασχοληθεί με ξενοδοχειακές επιχειρήσεις. Όταν τέλειωσε το σχολείο ο Στέφανος -Στέφανος ήταν το μικρό του-, ο πατέρας του τον έστειλε στην Οικοδομική Σχολή της Λυών, στο Πολυτεχνείο, και σπούδασε: γεφυροποιία, οδοποιία, ασφαλτοστρώσεις. Έπειτα, δεν γύρισε στην Αθήνα, πήγε κατ' ευθείαν στην Αίγυπτο, όπου ο αδερφός του πατέρα του ήτανε γραμματέας της ελληνικής πρεσβείας κι όπου γίνονταν δημόσια έργα: εκχωματώσεις, φράγματα, εθνικές οδοί. Οργασμός δραστηριότητος, του είχε πει ο θείος του ο Λεονάρδος, αναγέννησις!
Έτσι, ο Στέφανος βρήκε τη δουλειά στη διώρυγα και σπίτι στο Αλ-Αζμπακιγιά, σε καλή κεντρική συνοικία -χριστιανική κυρίως, εκεί έμεναν οι Κόπτες-, σε καινούργιες οικοδομές μακριά απ τους μαχαλάδες. Είχε βάλει ο Ισμαήλ να τη σχεδιάσουν με παριζιάνικα σχέδια: μια πλατεία, λέγανε, πως είχε σχήμα αστεριού σαν εκείνη στα Ηλύσια Πεδία. Όχι ότι ήταν μεγάλη πόλη το Κάιρο. Ο Στέφανος είχε δει και μεγαλύτερες. Εκτός απ' τη Λυών, που ήταν μικρούτσικη -δυο χτισμένες όχθες και στη μέση κύλαγε ο Ροδανός-, είχε δει τη Βιέννη, το Μόναχο. Αλλά το Κάιρο είχε πολλές γειτονιές, άρχιζε απ το Δέλτα του Νείλου κι έφτανε μέχρι τις πυραμίδες, στην έρημο. Κι είχε δυο λιμάνια: λίγες πόλεις είχανε δυο λιμάνια.
Τον Νοέμβριο του '69 έγιναν τα εγκαίνια της διώρυγας. Για το βράδυ των εγκαινίων στην όπερα είχαν ανεβάσει «Ριγκολέτο», ο Βέρντι ήταν ο αγαπημένος του κεντίβη: κι είχε έρθει η αυτοκράτειρα Ευγενία, αυτοπροσώπως -σύζυγος του Ναπολέοντα του Τρίτου-, που οι Γάλλοι την έλεγαν Εζενί. Η Εζενί προσπαθούσε να πείσει τον αυτοκράτορα να κηρύξει τον πόλεμο στους Γερμανούς. Εκτός απ' αυτήν, την Εζενί, στη γιορτή των εγκαινίων ο Στέφανος είδε για δεύτερη φορά στη ζωή του τον Φερδινάρδο ντε Λεσσέπς, που έβγαλε λόγο κι είπε: Η βιομηχανική επανάσταση άρχισε στην Αγγλία, η μηχανική όμως άρχισε στην Αίγυπτο. Για τον ντε Λεσσέπς είχε ακούσει πολλά, πως ήτανε αγύριστο κεφάλι, κι ότι για το χρήμα πούλαγε και τη μάνα του. Οι Άραβες έλεγαν πως αυτός έφταιγε που η διώρυγα είχε χτιστεί με έξοδα των Αιγυπτίων, προς όφελος των Γάλλων. Κι έλεγαν ακόμα πως, περισσότερο κι απ' το χρήμα, ο ντε Λεσσέπς αγαπούσε τη δόξα, πως ήταν αδίστακτος κι ανελέητος. Αλλά ο Στέφανος τον θεωρούσε μεγάλο οραματιστή, κι ευχόταν να μπορούσε να του μοιάσει έστω και στο μικρό του δαχτυλάκι, να γίνει κι αυτός ένας απ' τους σκαπανείς της εποχής των μηχανικών. Κι ευγνωμονούσε την τύχη του που ο πατέρας του είχε αρκετά λεφτά για να τον στείλει να σπουδάσει στη Λυών. Βέβαια, τα λεφτά τα 'χε κάνει απ' τα δάνεια, όχι απ' τη μεταξοβιοτεχνία -στην Αθήνα, τα δάνεια τα λέγανε τοκογλυφία- αλλά είχε κι ένα κτήμα, είχε και τις λίρες που αυγάτισαν όταν αγόρασε μετοχές της ασφαλιστικής εταιρείας Φοίνιξ.
Λίγο καιρό μετά τα εγκαίνια της διώρυγας, ο Στέφανος βρήκε θέση στα αρδευτικά, στο Πορτ Σαΐντ. Κι ένα χρόνο αργότερα, παντρεύτηκε μια κοπέλα απ' την Αθήνα: του την έφεραν να την παντρευτεί και δεν είπε όχι -στην αρχή δεν είπε ούτε ναι, είπε, Καλά, θα δούμε. Δεν τον ενδιέφερε πολύ να παντρευτεί, ούτε ποια θα παντρευόταν, αρκεί να μην ήταν άσχημη. Έτσι, το '71 παντρεύτηκε την κόρη του νηματουργού Σταύρου Αγαθοκλή απ' την Αθήνα: ο γάμος έγινε στο Κάιρο, στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Όλοι οι Έλληνες, έμποροι, εισαγωγείς και μπακάληδες, ήρθανε στο γάμο, κι ας μην ξέρανε καλά-καλά ούτε το γαμπρό ούτε τη νύφη. Ήρθαν οι έμποροι του λαδιού και του μπαμπακιού, κι οι εισαγωγείς υφασμάτων γιατί άκουσαν πως ο πεθερός έφτιαχνε νήματα, κουβαρίστρες, ανέμες, μασούρια.
Αλλά ο Στέφανος μετάνιωσε λίγο που πήρε γυναίκα που δεν γνώριζε. Όταν την καλοκοίταξε, είδε πως ήτανε αλλήθωρη: όχι πολύ -το ένα της μάτι έβλεπε προς την Ανατολή και το άλλο προς τη Δύση, αλλά όχι πολύ. Την πρώτη νύχτα του γάμου, η Ανθώ, -έτσι τη λέγανε- ζάρωσε στην άκρη του κρεβατιού κι έκλαιγε. Ο Στέφανος νόμισε πως ντρεπόταν, γι αυτό κάθισε δίπλα της και της έπιασε το χέρι. Εκείνη όμως έκλαιγε και δεν μιλούσε. Ο Στέφανος απελπίστηκε και νύσταξε. Γδύθηκε κι έπεσε να κοιμηθεί. Τότε η Ανθώ είπε μέσ' απ' τα αναφιλητά:
- Σου είπανε ψέματα, ψέματα!
- Τι ψέματα; Ο Στέφανος σκέφτηκε πως η κοπέλα ίσως είχε αρραβωνιαστεί παλιά και του το 'χαν κρύψει. Πως ίσως υπήρχε κάποιο φριχτό μυστικό, κάποια αρρώστια κληρονομική.
- Δεν είμαι είκοσι ένα χρονών, είμαι είκοσι εννέα! Είκοσι εννέα!
Καθώς πρόφερε τον αριθμό τινάχτηκε όρθια λες κι ήθελε να φύγει.
- Κι εγώ είμαι τριάντα ένα, είπε ο Στέφανος και τυλίχτηκε με το σεντόνι. Σε λίγο βάλθηκε να ροχαλίζει ελαφρά γιατί στο γάμο είχανε πιει κρασιά και μερικά ζιμπίμπια, που οι Ρωμιοί λέγανε πως ήτανε πιοτό δυνατότερο κι απ' το ούζο.
Δεν τον πείραζε που η Ανθώ ήταν είκοσι εννέα χρονών. Άλλωστε δεν της φαινόταν και τόσο: είχε άσπρο δέρμα και πολύ μακριά μαύρα μαλλιά που τα 'βαφε μ ένα πηχτό υγρό, με μια λάσπη -η λάσπη ξεραινόταν και τότε την ξέβγαζε με νερό. Κι ούτε ντρεπόταν που το 'κανε αυτό, πήγαινε κι ερχόταν μες στο σπίτι με τη λάσπη στο κεφάλι. Ο Στέφανος απόρησε: δεν είχε δει πολλές γυναίκες, δεν ήξερε τα χούγια τους -η μάνα του είχε πεθάνει όταν ήταν δεκατριών χρονών, και δεν θυμόταν αν έβαφε τα μαλλιά της κι αν μετά τα ξέβγαζε.
Αλλά, καθώς περνούσε ο καιρός, η Ανθώ έμοιαζε όλο και πιο έξυπνη, αν και λιγάκι παράξενη: όλο το πρωί καθόταν στο παράθυρο με τους αγκώνες ακουμπισμένους σ' ένα μαξιλάρι και κοιτούσε την κίνηση στο δρόμο. Ο δρόμος την ενδιέφερε περισσότερο απ' το σπίτι. Αυτό δεν τον πείραζε καθόλου τον Στέφανο -ήταν κι εκείνος συνεπαρμένος απ' όσα συνέβαιναν στο δρόμο: εκτός απ' το καινούργιο λυρικό θέατρο -που είχε χτιστεί όλο από ξύλο- έφτιαχναν ξενοδοχείο ευρωπαϊκού τύπου κι ένα κατάστημα τριώροφο. Απ' το σπίτι φαινόταν η πλατεία της Όπερας. Μπροστά ήταν το άγαλμα του Ιμπραήμ, το βράδυ φωτιζόταν με δυόμισι χιλιάδες γκαζόλαμπες. Όταν η Ανθώ δεν καθόταν στο παράθυρο, δεχόταν πλήθος επισκέψεις: μελαχρινές Ελληνίδες της παροικίας που ρωτούσαν να μάθουν για το μέλλον τους, την τύχη τους, κι άλλες πιο μελαχρινές, με συνωμοτικά μάτια -ήθελαν ν' ακούσουν προφητείες για τους γάμους και τις αρρώστιες, και να μιλήσουν με τα πνεύματα των νεκρών: άπλωναν τις ανοιχτές τους παλάμες, έπιναν καφέ κι αναποδογύριζαν τα φλιτζάνια, έφτιαχναν τσάι και κοίταγαν τα ξερά φύλλα πάνω σ ένα πιατάκι. Μετά, σκόρπιζαν αλάτι πάνω στο τραπέζι κι απ' τα σχήματα που έκανε το αλάτι η Ανθώ μάντευε τα μελλούμενα. Αυτές οι ιδιοτροπίες, είν' αλήθεια, κάπως τον πείραζαν τον Στέφανο.
Το πράγμα χειροτέρεψε όταν η Ανθώ περίμενε να γεννήσει: κάθε πρωί κοίταζε τη χελώνα της αυλής, την έπιανε από δω, την έπιανε από κει, χάιδευε το καβούκι της, τη γύριζε ανάποδα. Έλεγε πως το καβούκι θα μάκραινε αν έκανε γιο, πως θα στρογγύλευε αν έκανε κόρη. Κάθε ξημέρωμα που ο Στέφανος έφευγε για το εργοτάξιο, την άφηνε να παρατηρεί τη χελώνα με τα στραβά της μάτια -κι αργότερα, όταν ο ήλιος είχε βγει για τα καλά, η Ανθώ έπινε καφέ μαζί με τις υπηρέτριες εξετάζοντας τις παλάμες τους και τα σημάδια του καφέ στα φλιτζάνια. Συχνά, προτού γεννηθεί το παιδί, η Ανθώ παραπονιόταν για τη ζέστη και την ξεραΐλα, έλεγε πως δεν μπορεί να πάρει ανάσα. Όταν τα βράδια ήταν δροσερά έλεγε πως κρύωνε, πως νοσταλγούσε τη μάνα της και τα γλυκά που έφτιαχνε με μέλι. Μα, σκεφτόταν ο Στέφανος, κι εδώ φτιάχνουνε γλυκά με μέλι. Αλλά έτσι ήταν τα πράγματα: τη μια παραπονιόταν η Ανθώ και την άλλη ο Στέφανος, άκουγαν ο ένας τα παράπονα του άλλου κι έκαναν κι οι δυο υπομονή. Εξάλλου, ο Στέφανος είχε ακούσει πως οι έγκυες γυναίκες γίνονται ιδιότροπες, και είχε σκεφτεί, αναστενάζοντας από μέσα του, Πόσο μάλλον άμα είναι από πριν. Άλλωστε, αυτός σκεφτόταν την Αθήνα περισσότερο απ την Ανθώ, αν και τη σκεφτόταν αλλιώτικα: σαν έναν τόπο που έπρεπε να εκμηχανιστεί αμέσως και ολοκληρωτικά. Η Ανθώ σκεφτόταν τους γονείς της, την παλιά της γειτονιά, τις κουβαρίστρες του πατέρα της -αλλά, καθώς κυλούσαν οι μήνες και τα χρόνια, έμοιαζε να καταλαβαίνει το Κάιρο περισσότερο απ' ό,τι ο Στέφανος. Κάπου-κάπου, ο Στέφανος σκεφτόταν τον πατέρα του που ονειρευόταν να χτίσει ξενοδοχείο πολυτελείας στην πλατεία Συντάγματος -Hotel, όχι χάνι. Hotel Europe, ή Ambassadeur. Hotel Excelsior!- και τον θείο του που ήτανε φέσι απ' το πρωί, απ' τη μαστίχα: αλλά δεν νοσταλγούσε την Αθήνα -ούτε τη Λυών νοσταλγούσε. Του άρεσε η αύρα του Νείλου, κι η χρυσαφένια έρημος.
Λίγες μέρες προτού γεννηθεί το παιδί, η Ανθώ έπεσε να πεθάνει: το παιδί θα' ναι κορίτσι, βόγκηξε. Κορίτσι! Ο Στέφανος σκέφτηκε, Ε, δεν ήρθε δα κι η συντέλεια του κόσμου. Ας είναι και κορίτσι. Αλλά είπε: Ανθούλα, μην απελπίζεσαι.
- Το είδα στο καύκαλο, βόγκηξε πάλι η Ανθώ. Και σωριάστηκες στο κρεβάτι με τη μεγάλη της κοιλιά στραμμένη στο ταβάνι. Ο Στέφανος κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και της χάιδευε το πόδι.
Στις 4 Ιανουαρίου του '73 το παιδί γεννήθηκε κι ήτανε γιος. Η Ανθώ έχασε την πίστη της στις χελώνες, και το παιδί το είπαν Μάρκο. Έτσι το 'θελε ο νονός του, που ήτανε υπάλληλος της πρεσβείας, γραφιάς. Είπε: Μάρκος, ευαγγελιστής, προκάτοχος του πατριάρχου Αλεξανδρείας. Ο Στέφανος το δέχτηκε. Είπε: Ωραίο όνομα! Αλλά η Ανθώ γκρίνιαξε, ήθελε να του δώσουνε τ' όνομα του πατέρα της, Στέλιος. Έτσι συνηθίζεται, είπε. Στην Αθήνα, τόνισε υψώνοντας λίγο τη φωνή της, λες κι η Αθήνα ήτανε η μητρόπολη του πολιτισμένου κόσμου. Τι κέρδισε η ανθρωπότητα ακολουθώντας τα έθιμα; Αναρωτήθηκε ο Στέφανος -επαναλαμβάνει τα ίδια και τα ίδια σφάλματα. Αλλά δεν είπε τίποτα στην Ανθώ, μονάχα πως το να δίνει ο νονός τ' όνομα είναι μια συνήθεια επίσης.
Ήταν μια χειμωνιάτικη μέρα που τη ζέσταινε ο ήλιος του Τροπικού του Καρκίνου: η Ανθώ είπε πως γι' αυτό ήταν τόσο ανήσυχο το μωρό, ο ήλιος βρισκότανε ψηλά -ο Μάρκος ανήκε στον αστερισμό του Αιγόκερω. Ο Στέφανος την άκουγε που του τα εξηγούσε, την κίνηση των πλανητών, τα σημάδια στον ουρανό, και κουνούσε το κεφάλι του. Ήταν ευτυχισμένος: το παιδί ήταν βαρύ και μεγάλο, κουνούσε τα χέρια και τα πόδια του σαν να 'θελε να πετάξει. Και τα μάτια του δεν φαίνονταν αλλήθωρα -δόξα Σοι, σκέφτηκε ο Στέφανος κι έφυγε ένα βάρος από πάνω του. Η Ανθώ έκανε δύο βδομάδες να σηκωθεί απ το κρεβάτι: τις δουλειές του σπιτιού τις έκανε μια Ελληνίδα, χοντρή σαν βαρέλι, που τη λέγανε Γκοτζάμ Τασώ -όταν νευρίαζε ο Στέφανος την έλεγε γκαμούσα, γελάδα, αλλά δεν νευρίαζε συχνά. Μονάχα που ήθελε να πάρουν Ευρωπαία παραμάνα για το παιδί του. Αλλά η Ανθώ ήταν ανένδοτη, δεν ήθελε Αγγλίδες στρίγγλες ούτε Γαλλίδες ψηλομύτες, είπε. Η Τασώ μίλαγε μονάχα τούρκικα, αλλά καταλάβαινε σ' όποια γλώσσα και να της μίλαγες: ο Στέφανος δεν έμαθε ποτέ από που είχε ξεφυτρώσει, τι σόι Ελληνίδα ήταν -τον έζωναν τα φίδια, σκεφτόταν, Μπας κι είναι μάγισσα, από κείνες τις αλαφροΐσκιωτες που κάνουνε σινιάλα στους νεκρούς; Μπας και τη βρήκε η Ανθώ για να της κάνει μαθήματα στις μαγγανείες;
Μάγισσα δεν ήταν. Μονάχα που σταυροκοπιόταν συνέχεια, και μια φορά που της έπεσε το παιδί απ τα χέρια -ήτανε διάολος το παιδί- γονάτισε, κοίταξε προς το ταβάνι και βάλθηκε να μουρμουρίζει: ο Στέφανος μπήκε στο σπίτι τη στιγμή που η Τασώ έκανε τη δέηση, κι η Ανθώ μάζευε το παιδί από χάμω. Παρ ολίγο να πάθει συγκοπή. Το παιδί όμως γέλασε και σήκωσε τα χεράκια του προς τον ουρανό -ο Στέφανος αγριοκοίταξε την Ανθώ και πήγε να πλυθεί για να κάτσει να φάει. Ανυπομονούσε να μεγαλώσει το μωρό για να υπάρχει ένας ακόμα άντρας στο σπίτι. Ο κόσμος, σκεφτόταν, είναι πικρά διχασμένος: στο εργοτάξιο πλήττεις ανάμεσα στους άντρες, στο σπίτι παραξενεύεσαι μπροστά στις συνήθειες των γυναικών.
Στο τέλος της επόμενης χρονιάς γεννήθηκε το κορίτσι. Γεννήθηκε στο παζάρι, καταμεσής στην αγορά. Ο Στέφανος έλειπε απ' το Κάιρο, είχε πάει στο Πορτ Σαΐντ να επιβλέψει μια κατασκευή της εταιρείας που 'φτιαχνε το κανάλι -ένα αρδευτικό δίκτυο-, θα γύριζε στο τέλος της βδομάδας. Η Ανθώ με την Τασώ πήγανε στο παζάρι Χαν-αν-Χαλίλι -δεν ήταν μακριά, δεν ήταν όμως και κοντά-, τις πήγε ο Ναγιάφ, ο αμαξάς με το γάιδαρο. Η Ανθώ επέμενε πως ήθελε ακόμα τρεις βδομάδες για να γεννήσει. Ο κόσμος στην αγορά τις κοίταζε: ήταν ασυνήθιστο θέαμα -δυο παχιές γυναίκες με ακάλυπτα κεφάλια, που ζητούσαν με αυθάδεια απ' τους εμπόρους να τους δείξουν τις πραμάτειες τους. Αλλά η Ανθώ δεν έδινε καμιά σημασία στον κόσμο -κοίταζε τα χαλιά, με το δεξί της μάτι να πέφτει λίγο στα δεξιά, το αριστερό στ' αριστερά. Ώσπου ένιωσε το νερό να τρέχει σαν ρυάκι στο εσωτερικό των ποδιών της και να κάνει λιμνούλα στο χώμα. Έπιασε το μπράτσο της Τασώς -που κρατούσε στην αγκαλιά τον Μάρκο- κι είπε στον έμπορα:
- Στρώσε κάτω ένα χαλί.
Ο άνθρωπος σάστισε. Ήταν η ώρα της τρίτης προσευχής της μέρας ο μουεζίνης είχε βγει στο μιναρέ κι έψελνε.
- Δεν μπορώ τώρα, είπε. Κι έπεσε γονατιστός να προσευχηθεί στραμμένος προς τη Μέκκα.
Η Τασώ στερέωσε το μωρό στο ένα της χέρι και με το άλλο βούτηξε την Ανθώ και την πήγε στο πισωμάγαζο, μέσα στη στοά. Έστρωσε το χαλί καταγής, η Ανθώ ξάπλωσε φαρδιά-πλατιά, κι ο παραγιός του υφαντή παράτησε την προσευχή στη μέση κι έτρεξε να φέρει τη μαμή.
Όταν γύρισε ο Στέφανος απ' το Πορτ Σαΐντ βρήκε στο σπίτι την Ανθώ -που δεν φαινόταν να' χει χάσει ούτε ένα δράμι βάρος-, την Τασώ, τον Μάρκο, ένα καινούργιο μωρό -κοριτσάκι- και μια καινούργια υπηρέτρια, μια αραπίνα απ το Σουδάν. Αλμπάρα τη λέγανε, κι ήταν ωραία σαν άγαλμα. Τα χέρια της, παρατήρησε ο Στέφανος, είναι χέρια πιανίστριας: πράγματι είχε λεπτά και μακριά δάχτυλα, παλάμες ολόλευκες.
Ευτυχώς που το σπίτι ήταν μεγάλο, γιατί κάθε χρόνο οι κάτοικοί του αυξάνονταν. Ο Στέφανος ευχόταν να κάνει πολλά παιδιά, παρά τις θορυβώδεις αραπίνες νταντάδες και παρά τα πάχη της γυναίκας του. Όμως, πολλά παιδιά δεν έκανε: το 75, κι ενώ οι Γάλλοι κι οι Βρετανοί περίμεναν εξέγερση των ντόπιων, η Ανθώ γέννησε πάλι, αλλά το παιδί πέθανε. Έπαθε πυρετό και αιματουρία και πέθανε σε τέσσερις μέρες: οι γιατροί δεν ήξεραν τι αρρώστια είχε. Ο Στέφανος σκεφτόταν. Αν ήμασταν στην Ευρώπη, το παιδί θα χε ζήσει. Ξαφνικά, για πρώτη φορά νοστάλγησε τη Λυών, παρ' όλο που δεν νοσταλγούσε τίποτα στη ζωή του, παρ όλο που κοιτούσε πάντα μπροστά του και ποτέ πίσω του. Αλλά θάψανε το παιδί -ήτανε αγόρι- κι η ζωή τους συνεχίστηκε. Μονάχα που η Ανθώ παραπονιόταν συνέχεια πως γερνούσε, πως τα μαλλιά της άσπριζαν. Να, έλεγε στον Στέφανο, κοίτα δω, και του 'δειχνε τις άσπρες τρίχες μες στα βαμμένα κατάμαυρα μαλλιά. Ο ήλιος εδώ πέρα με γερνάει, η ζέστη χαλάει το δέρμα μου. Ο χαμσίνης με ξεραίνει. Κι είχε αρχίσει καινούργια τελετουργία λάσπης: λάσπη στο πρόσωπο για τις ρυτίδες, για τις βλαβερές συνέπειες των ανέμων της ερήμου -έπειτα ξέβγαζε κι αυτή τη λάσπη όπως τη μαύρη χέννα. Ο Στέφανος κουνούσε το κεφάλι του αφηρημένα: είχε δέσει την τύχη του με τη διώρυγα και με τις πόλεις που χτίζονταν τώρα στις όχθες της, το πέρασμα του χρόνου τον ενδιέφερε μόνο αν σήμαινε πρόοδο, τεχνικές ανακαλύψεις, βελτιώσεις, καινοτομίες -έλεγε πως το Σουέζ ήταν τα πιο καταπληκτικά εκατόν εξήντα χιλιόμετρα στον κόσμο, πως η διώρυγα ήτανε για τη σύγχρονη εποχή ό,τι οι πυραμίδες για την αρχαία. Προτού χτιστεί η διώρυγα, τόνιζε με έξαψη ο Στέφανος, το Σουέζ ήτανε ένα θλιβερό αράπικο χωριό. Όπως είναι και τώρα, είχε απαντήσει η Ανθώ -όχι ότι την πείραζε. Καλή είναι η Αίγυπτος, έλεγε, μοιάζει με την Ελλάδα. Έτσι περνούσε ο καιρός κι η Ανθώ περιφερόταν στις υπαίθριες αγορές και διάλεγε χάλκινα σκεύη και κιλίμια, παζαρεύοντας σκληρά: είχε γίνει ο πονοκέφαλος των πωλητών. Μαζί της έσερνε τα δυο παιδιά -τον Μάρκο και την Αλίσια-, που ήταν έξυπνα και ροδαλά και που δεν είχαν στραβά μάτια, αλλά μάτια που έπαιζαν.
Οι Ασημάκηδες ανήκαν στη μεσαία τάξη του Καΐρου: Μεσαία τάξη, είχε πει ο Στέφανος, λέξη της καινούργιας εποχής. Όπως κανάλι, διώρυγα, άσφαλτος. Ήταν πλουσιότεροι απ' τον κοσμάκη που έκανε μικρεμπόριο και δούλευε στις υπηρεσίες -υπηρεσίες της συμφοράς-, ήταν φτωχότεροι απ' τους μεγαλέμπορους του μπαμπακιού κι απ' τους γόνους των δυναστειών. Ζούσαν ανάμεσα στους Ευρωπαίους και τους Σύριους τεχνικούς, και τους Έλληνες, τους καταστηματάρχες, τους εμπορικούς αντιπροσώπους, τους μικροεφοπλιστές. Πολλούς φίλους δεν είχαν -εκτός από ένα Γερμανό λεγεωνάριο που γνώρισαν το '72- παρ όλο που η Ανθώ έκανε εύκολα γνωριμίες και δεν έδινε δεκάρα ούτε για τη φυλή ούτε για τη θρησκεία -οι μελαχρινοί άνθρωποι της άρεσαν, έβρισκε πως οι Αράβισσες είχαν ωραίο, αγέραστο δέρμα. Απ' το σπίτι περνούσαν Εβραίοι, Κόπτες, Λεβαντίνοι, Μαύροι σαν την πίσσα που είχανε γίνει χριστιανοί -αλλά κανένας δεν έμενε πολύ, κι αυτά τα πέρα-δώθε δεν είχαν συνέχεια γιατί ο ένας φοβόταν τον άλλον, οι κοινότητες ήταν κλειστές κι όποιος ξεμύτιζε, ξανάμπαινε γρήγορα στο καβούκι του. Ο μόνος που δεν φοβόταν κανέναν κι ούτε είχε κανέναν ανάγκη ήταν αυτός ο Γερμανός, Γκαστόν Βολφ τον έλεγαν. Είχε έρθει στη Μαύρη Αφρική για να χαρτογραφήσει τα άγνωστα μέρη της σκοτεινής ηπείρου: «Αν και σκοτεινή ήπειρος είναι η δική μας, η Ευρώπη!» έλεγε χαριτολογώντας -«η Ευρώπη, mes amis, έχει σκοτεινή, ερεβώδη ψυχή!». Ο Βολφ έμοιαζε αμέριμνος, πάντα έτοιμος για βεγγέρες, για χορούς, για περιπέτειες- για τίποτα δεν παραπονιόταν, και για όλα είχε μια εξήγηση: γιατί είναι πονηροί οι μουεζίνηδες, γιατί οι σαΐντηδες είναι πιο χαζοί απ' τους άλλους φελάχους και γιατί το πάνω χείλος των Βρετανών μοιάζει αγκυλωμένο.
Ο Γκαστόν Βολφ, αν και Γερμανός, από τη Θουρίγγη, ανήκε στη Γαλλική Λεγεώνα, τη Λεγεώνα των Ξένων: ήταν γαλλόφιλος -υπέρμαχος της Τρίτης Δημοκρατίας. Μαζί με τη γερμανική είχε και τη γαλλική υπηκοότητα.
- Δεν θα μάθουμε ποτέ, mon vieux, έλεγε στον Στέφανο, πως θα ήσαν τα πράγματα αν οι Γάλλοι νικούσαν τον Μπίσμαρκ κι αν επιζούσε η εργατική κυβέρνηση του Παρισιού. Η Κομμούνα, ούτως ειπείν. Θα μείνουμε με την απορία!
Ο Στέφανος εντυπωσιάστηκε.
- Να κάποιος, σκέφτηκε, που δεν είναι γραφειοκράτης, να ένας τυχοδιώκτης που δεν είναι απατεώνας αλλά δημοκράτης, republicain.
Ο Βολφ είχε φτάσει μαζί με την εξερευνητική ομάδα του Ρίτσαρντ Φ. Μπέρτον στη Σομαλιλάνδη γύρω στα 1855: απ' ό,τι είχε καταλάβει ο Στέφανος, βρισκόταν σε διαρκή σύγκρουση με τον Μπέρτον -ο Μπέρτον πίστευε πως οι Ευρωπαίοι όφειλαν να κατακτήσουν την Αφρική και να σώσουν τους αγρίους από το έρεβος του πρωτογονισμού. Να τους βάλουν να δουλέψουν τη γη, να τη σκάψουν, να την καλλιεργήσουν. Αλλά ο Βολφ δεν ενδιαφερόταν για τις κατακτήσεις, κι ούτε ήταν σίγουρος πως οι άγριοι είναι κατώτερες φυλές. Η λευκή φυλή, κύριε Ασημάκη, είχε πει στον Στέφανο, δεν σταμάτησε ποτέ μπροστά σε τίποτα: στο πέρασμά της σφαγιάζει τα πάντα, ακόμα και τον ίδιο της τον εαυτό!
Εξάλλου, ο Βολφ δεν ήταν επιχειρηματίας, δεν είχε πάει για να εμπορευτεί προϊόντα όπως οι άλλοι -φτερά στρουθοκαμήλου και καουτσούκ και φίλντισι-, είχε πάει μονάχα «για το γούστο», είπε. Για να βρω το γαλάζιο πουλί της ευτυχίας. Είχε φύγει απ τη Θουρίγγη στις αρχές της δεκαετίας του '50, κι είχε μείνει για λίγο στην Αλγερία, στην έδρα της Λεγεώνας. Όλοι οι απογοητευμένοι εραστές κι οι απελπισμένοι ευγενείς γίνονται «kepis blancs», ασπροσκούφηδες! είπε στον Στέφανο, που έβρισκε την ιδέα της Λεγεώνας των Ξένων σκέτη παλαβομάρα. Μα, ρώτησε τον Βολφ, πως ένα ειρηνόφιλος Γερμανός αποφασίζει να γίνει λεγεωνάριος;
Ο Βολφ γελούσε:
- Δεν ξέρω, cher monsieur, είπε. Είναι απλώς ένα παιχνίδι, ένας τρόπος να υπερβαίνει κανείς τα σύνορα.
Θεωρούσε τον εαυτό του άπατρι -Πατρίδα μου είναι η Λεγεώνα, έλεγε στον Στέφανο, Legio patria mia!- και μισούσε τον Μπίσμαρκ:
- Ο Μπίσμαρκ, είπε ένα βράδυ σε πολυπληθή ομήγυρη στο σπίτι των Ασημάκηδων, είναι η ενσάρκωση του μίσους, στραγγαλίζει το πνεύμα αυτού του αιώνος.
- Μα οργάνωσε το στρατό, το κράτος..., είπε ένας από τους καλεσμένους.
- Ακριβώς γι' αυτό, απάντησε ο Βολφ. Ακριβώς γι αυτό.
Ο Στέφανος δεν ήξερε πολλά για την πολιτική: ρωτούσε αν ο Μπίσμαρκ είχε κάνει δημόσια έργα, αν στην Πρωσσία είχαν γίνει κατασκευές, αν είχαν ανεγερθεί κτίρια. Ο Βολφ όμως έμοιαζε να μην ενδιαφέρεται: μια φορά του απάντησε πως ο Μπίσμαρκ είναι ο αρχιτέκτονας στρατευμάτων κι όχι κτιρίων. Στρατευμάτων που θα αιματοκυλήσουν τον κόσμο, προς χάριν της πρωσσικής μεγαλαυχίας, τόνισε.
- Και για τον Ναπολέοντα τον Τρίτο τι γνώμη έχετε; ρώτησε ο Στέφανος. Στο κάτω-κάτω, αυτός αναμόρφωσε το Παρίσι, έβαλε τον βαρώνο Ωσμάν να φτιάξει γέφυρες, αποχετευτικά έργα...
- Πρόκειται για τον τελευταίο του παλαιού κόσμου, mon vieux, είπε ο Βολφ. Το μέλλον ανήκει στη δημοκρατία, στο Κοινοβούλιο!
- Και για τον Ισμαήλ Πασά τι γνώμη έχετε; επέμεινε ο Στέφανος. Οι ερωτήσεις του θύμιζαν το γιο του τον Μάρκο που ήτανε τριών χρονών κι όλο ρώταγε, Τι είναι τούτο, τι είν' εκείνο. Γιατί αυτό, γιατί το άλλο. Στο κάτω-κάτω, συνέχισε ο Στέφανος, ο Ισμαήλ συμφώνησε με τον ντε Λεσσέπς για ν' ανοίξουνε το κανάλι.
- Με εξευτελιστικούς όρους για την Αίγυπτο, cher monsieur. Οι Γάλλοι είναι φίλοι μας αλλά, μεταξύ μας, σ' αυτή την περίπτωση συμπεριφέρονται ληστρικά! Έχουν εξασφαλίσει το ογδόντα πέντε τοις εκατό των κερδών κι έχουν βάλει τους φελάχους να κόψουν τη γη με τα χέρια τους.
- Μα, διαμαρτυρήθηκε ο Στέφανος, δεν την κόβουν με τα χέρια τους! Ήρθε εκσκαφέας από τη Γαλλία, θαυμαστό μηχάνημα! Βέβαια, παραδέχτηκε, άργησε κάπως να φτάσει.
- Όταν έφτασε, αν δεν απατώμαι, οι φελάχοι είχαν ήδη καθαρίσει δεκαεφτά χιλιάδες κυβικά σκόνη, είπε ο Βολφ.
- Είναι αλήθεια, συμφώνησε αναστενάζοντας ο Στέφανος. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, οι Άραβες δεν θέλουν να πάνε μπροστά. Το Ισλάμ τους έχει αποκοιμίσει.
- Ούτε αυτό θα το μάθουμε ποτέ, mon vieux. Το αν θέλουν να πάνε μπροστά, εννοώ. Όσο για τον Ισμαήλ, υπήρξε τυχερός, συνέχισε ο Βολφ. Ο αμερικανικός εμφύλιος πόλεμος του έδωσε το προβάδισμα στον βάμβακα.
Ναι, σκέφτηκε ο Στέφανος, αλλά, όταν ο πόλεμος τελείωσε, οι τιμές έπεσαν, η αιγυπτιακή οικονομία έφτασε στα όρια της πτώχευσης. Ή όχι; Αλλά δεν είπε τίποτα γιατί ο Βολφ γνώριζε καλύτερα τη Μαύρη Ήπειρο -δεν είχε μείνει στα παράλια, είχε εισχωρήσει σε απάτητα εδάφη. Μετά την αποστολή του Μπέρτον το 1855, ο Βολφ πήγε στο Μαρόκο, διέσχισε τα όρη του Άτλαντα, και το '62 μπήκε, μεταμφιεσμένος σε Άραβα, στην περιοχή Φεζάν της Λιβύης στα βάθη της Σαχάρας. Την επόμενη χρονιά προχώρησε νοτιότερα στην Αφρική, πέρασε απ' τον Νίγηρα κι έπειτα ξαναπήγε προς τα βόρεια μέχρι το Κάιρο. Είχε πολλές ιστορίες να διηγηθεί -αλλά αυτό που άρεσε στον Στέφανο ήταν πως δεν τις διηγιόταν. Διατηρούσε μια περιφρόνηση για την ετικέτα, περνούσε απ' το σπίτι των Ασημάκηδων απρόσκλητος, κάθε μέρα σχεδόν -κι αν ο Στέφανος δεν ήταν εκεί καθόταν στη βεράντα και τον περίμενε πίνοντας τσάι και παίζοντας με τον Μάρκο. Ο Μάρκος ήταν η αδυναμία του, ο Στέφανος αναρωτιόταν γιατί: πώς μπορείς να κάθεσαι να κάνεις διάλογο μ ένα παιδί;
Το 72, όταν γνωρίστηκε με τον Στέφανο, ο Βολφ ήταν τριάντα οκτώ χρονών κι είχε μόλις παντρευτεί μια Γαλλίδα, κόρη αιγυπτιολόγου από τη Μασσαλία, που αγωνιζόταν να ιδρύσει αρχαιολογικό μουσείο στο Κάιρο και να εμποδίσει την αρχαιοκαπηλία. Οι Ασημάκηδες άργησαν να τη γνωρίσουν: ο Βολφ τους επισκεπτόταν μόνος του, κι όπως είχε πει η Ανθώ, «δεν έμοιαζε παντρεμένος». Δηλαδή πώς είναι οι παντρεμένοι; ρώτησε ο Στέφανος, ξέροντας την απάντηση. Αλλιώτικοι, είπε η Ανθώ. Είναι σαν εμάς.
Δηλαδή πώς είμαστε εμείς; αναρωτήθηκε παραξενεμένος ο Στέφανος. Αργότερα, όταν είδε την Αννί, σκέφτηκε: Πράγματι δεν είναι σαν εμάς. Αλλά δεν μπορούσε να περιγράψει πώς ήταν. Κι αργότερα, δεν μπορούσε να τη φανταστεί -το πρόσωπό της του διέφευγε.
Ένα βράδυ, στη γιορτή της κόρης του Γάλλου προξένου, ο Βολφ έφερε μαζί του την Αννί: η δεξίωση γινόταν στο Grill Room του ξενοδοχείου Σέπχερντ. Η Αννί Βολφ δεν είχε κλείσει τα είκοσι τρία και φαινόταν ακόμα μικρότερη. Ο Στέφανος σκέφτηκε πως δεν ήταν όμορφη και ότι την ίδια στιγμή ήταν πολύ-πολύ όμορφη: τα μάτια της ήταν υπερβολικά μακριά το ένα απ το άλλο, κι είχε μια μικρή, πεταχτή μύτη και τα πιο λευκά και παιδικά χέρια που είχε δει ποτέ ο Στέφανος. Την ερωτεύτηκε πολύ, και την ερωτεύτηκε αμέσως -μόλις την είδε στη βεράντα του Σέπχερντ δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σε τίποτα, και ανακάλυψε ξαφνικά ότι δεν μπορούσε να καταπιεί, κι ότι είχε ξεχάσει πώς αναπνέουν. Η αναπνοή τού φαινόταν κάτι που χρειαζόταν τεχνική και κόπο...


Σελίδες Νοσταλγίας: Ένα ιστορικό μυθιστόρημα γραμμένο με ιδιαίτερο τρόπο, το οποίο από την εποχή που εκδόθηκε έχει κερδίσει φανατικούς φίλους. Δυναμικό, χειμαρρώδες, συναισθηματικό, ανθρώπινο. Πρόκειται για ένα χρονικό της ελληνικής αστικής οικογένειας και παράλληλα μια καταγραφή ιστορικών γεγονότων. Με όχημα της αφήγησης την πορεία της οικογένειας Ασημάκη, ταξιδεύουμε στο παρελθόν και γνωρίζουμε μια εποχή γεμάτη πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις. Καθώς η συγγραφέας έχει επιλέξει βασικός πρωταγωνιστής του κειμένου να είναι η ίδια η Ιστορία, αναπόφευκτα αυτό μειώνει την σημασία των ανθρώπινων χαρακτήρων, οι οποίοι δεν αναλύονται διεξοδικά και σου δίνουν εν μέρει την αίσθηση ότι αφήνονται να παρασυρθούν στη δίνη των γεγονότων. Στον αντίποδα, η ιστορία γίνεται περισσότερο αληθοφανής και ενδιαφέρουσα με την εισαγωγή πραγματικών ιστορικών χαρακτήρων (Λένιν, Στάλιν, Τρότσκι, Λούξεμπουργκ, Μαγιακόφσκι, Ρεμπώ), αλλά και με πληροφορίες για την καθημερινότητα εκείνης της εποχής. Παρά το γεγονός ότι ο αναγνώστης παρασύρεται από την ενεργητική αφήγηση, εντέλει είναι πιθανό να αντιληφθεί την ελλιπή σκιαγράφηση των ηρώων. Προσωπικά, με ξενίζει λίγο η περιορισμένη χρήση παραγράφων και σημείων στίξης, όμως στο συγκεκριμένο βιβλίο προσπάθησα να το παραβλέψω και να ακολουθήσω την ροή της αφήγησης έτσι όπως ήθελε η συγγραφέας. Και δεν μου βγήκε σε κακό, καθώς μόνο θετικό θα μπορούσε να είναι το τελικό πρόσημο.
Κριτική: ✰✰✰✰✰✰✰✰✮✮ 8/10

Η Σώτη Τριανταφύλλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1957. Σπούδασε Φαρμακευτική στη Φυσικομαθητική Αθηνών, Ιστορία και Πολιτισμούς στην Εcole des Hautes Etudes en Sciences Sociales στο Παρίσι, Ιστορία της Αμερικανικής Πόλης στη Νέα Υόρκη καθώς και Γαλλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει γράψει τρεις συλλογές διηγημάτων («Μέρες που έμοιαζαν με μανταρίνι», «Το εναέριο τρένο στο Στίλγουελ», «Αλφαμπετ Σίτυ»), δύο βιβλία για τον κινηματογράφο («Κινηματογραφημένες πόλεις», «Ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου 1976-1992»), τέσσερα μυθιστορήματα («Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης», «Αύριο, μια άλλη χώρα», «Ο υπόγειος ουρανός», «Το εργοστάσιο των μολυβιών») καθώς και ένα βιβλίο για παιδιά «Η Μαριόν στα ασημένια νησιά και τα κόκκινα δάση» (1999). Εργάζεται επίσης ως μεταφράστρια, επιμελήτρια εκδόσεων, reader σε εκδοτικούς οίκους και καθηγήτρια της Ιστορίας του Κινηματογράφου.

Συγγραφέας: Σώτη Τριανταφύλλου
Ημερομηνία 1ης έκδοσης: Φεβρουάριος 2000
Ημερομηνία έκδοσης που διαβάσαμε: Σεπτέμβριος 2004 (25η)
Αριθμός σελίδων: 404
Διαστάσεις: 21x14
Αρχική τιμή: €18,61
Εκδότης: Πατάκης

🔎3297

Σάββατο 28 Ιουλίου 2018

Πόσο μικρή έγινε η αρχοντιά των προγόνων µου...


Σήκωσε το κεφάλι σου, δυστυχισµένη. ∆εν υπάρχει πια Τροία, δεν
είσαι πια βασίλισσα. Άντεξε την αλλαγή της µοίρας. Τώρα πρέπει
να πας µε το ρεύµα
όπου σε πάει η τύχη σου. Αλίµονο µου. Και για ποια συµφορά δεν
έχω κλάψει;
Η πατρίδα µου κάηκε, τα παιδιά µου και ο άντρας µου χάθηκαν. Ω
πόσο µικρή έγινε η αρχοντιά των προγόνων µου.
Τι να σιωπήσω; Τι να πω; Τι να κλάψω; Αχ η δυστυχισµένη, µε
βαρύ κορµί,
πως είµαι σωριασµένη! Πως κείµαι σε πέτρινο κρεβάτι! Ω το
κεφάλι µου, οι κρόταφοί µου, τα πλευρά µου! Αχ να κυλιστώ χάµω
και να χτυπιέµαι καθώς θα κλαίω για τις συµφορές µου αιώνια!
Αυτό είναι το τραγούδι των δυστυχισµένων! Να κλαίνε για τα δεινά
τους

Εκάβη
Ευριπίδης, Τρωάδες

🔎3016

Τὸ Μυρολόγι τῆς φώκιας


Κάτω ἀπὸ τὸν κρημνόν, ὁποὺ βρέχουν τὰ κύματα, ὅπου κατέρχεται τὸ μονοπάτι, τὸ ἀρχίζον ἀπὸ τὸν ἀνεμόμυλον τοῦ Μαμογιάννη, ὁποὺ ἀντικρύζει τὰ Μνημούρια, καὶ δυτικῶς, δίπλα εἰς τὴν χαμηλὴν προεξοχὴν τοῦ γιαλοῦ, τὴν ὁποίαν τὰ μαγκόπαιδα τοῦ χωρίου, ὁποὺ δὲν παύουν ἀπὸ πρωίας μέχρις ἑσπέρας, ὅλον τὸ θέρος, νὰ κολυμβοῦν ἐκεῖ τριγύρω, ὀνομάζουν τὸ Κοχύλι ―φαίνεται νὰ ἔχῃ τοιοῦτον σχῆμα― κατέβαινε τὸ βράδυ-βράδυ ἡ γρια-Λούκαινα, μία χαροκαμένη πτωχὴ γραῖα, κρατοῦσα ὑπὸ τὴν μασχάλην μίαν ἀβασταγήν, διὰ νὰ πλύνῃ τὰ μάλλινα σινδόνια της εἰς τὸ κῦμα τὸ ἁλμυρόν, εἶτα νὰ τὰ ξεγλυκάνῃ εἰς τὴν μικρὰν βρύσιν, τὸ Γλυφονέρι, ὁποὺ δακρύζει ἀπὸ τὸν βράχον τοῦ σχιστολίθου, καὶ χύνεται ἠρέμα εἰς τὰ κύματα. Κατέβαινε σιγὰ τὸν κατήφορον, τὸ μονοπάτι, καὶ μὲ ψίθυρον φωνὴν ἔμελπεν ἓν πένθιμον βαθὺ μυρολόγι, φέρουσα ἅμα τὴν παλάμην εἰς τὸ μέτωπόν της, διὰ νὰ σκεπάσῃ τὰ ὄμματα ἀπὸ τὸ θάμβος τοῦ ἡλίου, ὁποὺ ἐβασίλευεν εἰς τὸ βουνὸν ἀντικρύ, κ᾽ αἱ ἀκτῖνές του ἐθώπευον κατέναντί της τὸν μικρὸν περίβολον καὶ τὰ μνήματα τῶν νεκρῶν, πάλλευκα, ἀσβεστωμένα, λάμποντα εἰς τὰς τελευταίας του ἀκτῖνας.

Ἐνθυμεῖτο τὰ πέντε παιδιά της, τὰ ὁποῖα εἶχε θάψει εἰς τὸ ἁλώνι ἐκεῖνο τοῦ χάρου, εἰς τὸν κῆπον ἐκεῖνον τῆς φθορᾶς, τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο, πρὸ χρόνων πολλῶν, ὅταν ἦτο νέα ἀκόμη. Δύο κοράσια καὶ τρία ἀγόρια, ὅλα εἰς μικρὰν ἡλικίαν τῆς εἶχε θερίσει ὁ χάρος ὁ ἀχόρταστος.

Τελευταῖον ἐπῆρε καὶ τὸν ἄνδρα της, καὶ τῆς εἶχον μείνει μόνον δύο υἱοί, ξενιτευμένοι τώρα· ὁ εἷς εἶχεν ὑπάγει, τῆς εἶπον, εἰς τὴν Αὐστραλίαν, καὶ δὲν εἶχε στείλει γράμμα ἀπὸ τριῶν ἐτῶν· αὐτὴ δὲν ἤξευρε τί εἶχεν ἀπογίνει· ὁ ἄλλος ὁ μικρότερος ἐταξίδευε μὲ τὰ καράβια ἐντὸς τῆς Μεσογείου, καὶ κάποτε τὴν ἐνθυμεῖτο ἀκόμη. Τῆς εἶχε μείνει καὶ μία κόρη, ὑπανδρευμένη τώρα, μὲ μισὴν δωδεκάδα παιδιά.

Πλησίον αὐτῆς, ἡ γρια-Λούκαινα ἐθήτευε τώρα, εἰς τὸ γῆράς της, καὶ δι᾿ αὐτὴν ἐπήγαινε τὸν κατήφορον, τὸ μονοπάτι, διὰ νὰ πλύνῃ τὰ χράμια καὶ ἄλλα διάφορα σκουτιὰ εἰς τὸ κῦμα τὸ ἁλμυρόν, καὶ νὰ τὰ ξεγλυκάνῃ στὸ Γλυφονέρι.

Ἡ γραῖα ἔκυψεν εἰς τὴν ἄκρην χθαμαλοῦ, θαλασσοφαγωμένου βράχου, καὶ ἤρχισε νὰ πλύνῃ τὰ ροῦχα. Δεξιά της κατήρχετο ὁμαλώτερος, πλαγιαστός, ὁ κρημνὸς τοῦ γηλόφου, ἐφ᾿ οὗ ἦτο τὸ Κοιμητήριον, καὶ εἰς τὰ κλίτη τοῦ ὁποίου ἐκυλίοντο ἀενάως πρὸς τὴν θάλασσαν τὴν πανδέγμονα τεμάχια σαπρῶν ξύλων ἀπὸ ξεχώματα, ἤτοι ἀνακομιδὰς ἀνθρωπίνων σκελετῶν, λείψανα ἀπὸ χρυσὲς γόβες ἢ χρυσοκέντητα ὑποκάμισα νεαρῶν γυναικῶν, συνταφέντα ποτὲ μαζί των, βόστρυχοι ἀπὸ κόμας ξανθάς, καὶ ἄλλα τοῦ θανάτου λάφυρα. Ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς της, ὀλίγον πρὸς τὰ δεξιά, ἐντὸς μικρᾶς κρυπτῆς λάκκας, παραπλεύρως τοῦ Κοιμητηρίου, εἶχε καθίσει νεαρὸς βοσκός, ἐπιστρέφων μὲ τὸ μικρὸν κοπάδι του ἀπὸ τοὺς ἀγρούς, καί, χωρὶς ν᾿ ἀναλογισθῇ τὸ πένθιμον τοῦ τόπου, εἶχε βγάλει τὸ σουραύλι ἀπὸ τὸ μαρσίπιόν του, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ φαιδρὸν ποιμενικὸν ᾆσμα. Τὸ μυρολόγι τῆς γραίας ἐκόπασεν εἰς τὸν θόρυβον τοῦ αὐλοῦ, καὶ οἱ ἐπιστρέφοντες ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς τὴν ὥραν ἐκείνην ―εἶχε δύσει ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ἥλιος― ἤκουον μόνον τὴν φλογέραν, κ᾿ ἐκοίταζον νὰ ἴδωσι ποῦ ἦτο ὁ αὐλητής, ὅστις δὲν ἐφαίνετο, κρυμμένος μεταξὺ τῶν θάμνων, μέσα εἰς τὸ βαθὺ κοίλωμα τοῦ κρημνοῦ.

***

Μία γολέτα ἦτο σηκωμένη στὰ πανιά, κ᾿ ἔκαμνε βόλτες ἐντὸς τοῦ λιμένος. Ἀλλὰ δὲν ἔπαιρναν τὰ πανιά της, καὶ δὲν ἔκαμπτε ποτὲ τὸν κάβον τὸν δυτικόν. Μία φώκη, βόσκουσα ἐκεῖ πλησίον, εἰς τὰ βαθιὰ νερά, ἤκουσεν ἴσως τὸ σιγανὸν μυρολόγι τῆς γραίας, κ᾿ ἐθέλχθη ἀπὸ τὸν θορυβώδη αὐλὸν τοῦ μικροῦ βοσκοῦ, καὶ ἦλθε παραέξω, εἰς τὰ ρηχά, κ᾿ ἐτέρπετο εἰς τὸν ἦχον, κ᾿ ἐλικνίζετο εἰς 〈τὰ〉 κύματα. Μία μικρά κόρη, ἦτο ἡ μεγαλυτέρα ἐγγονὴ τῆς γραίας, ἡ Ἀκριβούλα, ἐννέα ἐτῶν, ἴσως τὴν εἶχε στείλει ἡ μάννα της, ἢ μᾶλλον εἶχε ξεκλεφθῆ ἀπὸ τὴν ἄγρυπνον ἐπιτήρησίν της, καὶ μαθοῦσα ὅτι ἡ μάμμη εὑρίσκετο εἰς τὸ Κοχύλι, πλύνουσα εἰς τὸν αἰγιαλόν, ἦλθε νὰ τὴν εὕρῃ, διὰ νὰ παίξῃ ὀλίγον εἰς τὰ κύματα. Ἀλλὰ δὲν ἤξευρεν ὅμως πόθεν ἤρχιζε τὸ μονοπάτι, ἀπὸ τοῦ Μαμογιάννη τὸν μύλον, ἀντικρὺ στὰ Μνημούρια, καὶ ἅμα ἤκουσε τὴν φλογέραν, ἐπῆγε πρὸς τὰ ἐκεῖ καὶ ἀνεκάλυψε τὸν κρυμμένον αὐλητήν· καὶ ἀφοῦ ἐχόρτασε ν᾿ ἀκούῃ τὸ ὄργανόν του καὶ νὰ καμαρώνῃ τὸν μικρὸν βοσκόν, εἶδεν ἐκεῖ που, εἰς τὴν ἀμφιλύκην τοῦ νυκτώματος, ἓν μικρὸν μονοπάτι, πολὺ ἀπότομον, πολὺ κατηφορικόν, κ᾿ ἐνόμισεν ὅτι αὐτὸ ἦτο τὸ μονοπάτι, καὶ ὅτι ἐκεῖθεν εἶχε κατέλθει ἡ γραῖα ἡ μάμμη της· κ᾿ ἐπῆρε τὸ κατηφορικὸν ἀπότομον μονοπάτι διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν αἰγιαλὸν νὰ τὴν ἀνταμώσῃ. Καὶ εἶχε νυκτώσει ἤδη.

Ἡ μικρὰ κατέβη ὀλίγα βήματα κάτω, εἶτα εἶδεν ὅτι ὁ δρομίσκος ἐγίνετο ἀκόμη πλέον ἀπόκρημνος. Ἐβαλε μίαν φωνήν, κ᾿ ἐπροσπάθει ν᾿ ἀναβῇ, νὰ ἐπιστρέψῃ ὀπίσω. Εὑρίσκετο ἐπάνω εἰς τὴν ὀφρὺν ἑνὸς προεξέχοντος βράχου, ὣς δύο ἀναστήματα ἀνδρὸς ὑπεράνω τῆς θαλάσσης. Ὁ οὐρανὸς ἐσκοτείνιαζε, σύννεφα ἔκρυπταν τὰ ἄστρα, καὶ ἦτον στὴν χάσιν τοῦ φεγγαριοῦ. Ἐπροσπάθησε καὶ δὲν εὕρισκε πλέον τὸν δρόμον πόθεν εἶχε κατέλθει. Ἐγύρισε πάλιν πρὸς τὰ κάτω, κ᾿ ἐδοκίμασε νὰ καταβῇ. Ἐγλίστρησε κ᾿ ἔπεσε, μπλούμ! εἰς τὸ κῦμα. Ἦτο τόσον βαθὺ ὅσον καὶ ὁ βράχος ὑψηλός. Δύο ὀργυιὲς ὡς ἔγγιστα. Ὁ θόρυβος τοῦ αὐλοῦ ἔκαμε νὰ μὴ ἀκουσθῇ ἡ κραυγή. Ὁ βοσκὸς ἤκουσεν ἕνα πλαταγισμόν, ἀλλὰ ἐκεῖθεν ὅπου ἦτο, δὲν ἔβλεπε τὴν βάσιν τοῦ βράχου καὶ τὴν ἄκρην τοῦ γιαλοῦ. Ἄλλως δὲν εἶχε προσέξει εἰς τὴν μικρὰν κόρην καὶ σχεδὸν δὲν εἶχεν αἰσθανθῆ τὴν παρουσίαν της.

***

Καθὼς εἶχε νυκτώσει ἤδη, ἡ γραῖα Λούκαινα εἶχε κάμει τὴν ἀβασταγήν της, καὶ ἤρχισε ν᾿ ἀνέρχεται τὸ μονοπάτι, ἐπιστρέφουσα κατ᾿ οἶκον. Εἰς τὴν μέσην τοῦ δρομίσκου ἤκουσε τὸν πλαταγισμόν, ἐστράφη κ᾿ ἐκοίταξεν εἰς τὸ σκότος, πρὸς τὸ μέρος ὅπου ἦτο ὁ αὐλητής.

― Κεῖνος ὁ Σουραυλὴς θὰ εἶναι, εἶπε, διότι τὸν ἐγνώριζε. Δὲν τοῦ φτάνει νὰ ξυπνᾷ τοὺς πεθαμένους μὲ τὴ φλογέρα του, μόνο ρίχνει καὶ βράχια στὸ γιαλὸ γιὰ νὰ χαζεύῃ… Σημαδιακὸς κι ἀταίριαστος εἶναι.

Κ᾿ ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον της.

***

Κ᾿ ἡ γολέτα ἐξηκολούθει ἀκόμη νὰ βολταντζάρῃ εἰς τὸν λιμένα. Κι ὁ μικρὸς βοσκὸς ἐξηκολούθει νὰ φυσᾷ τὸν αὐλόν του εἰς τὴν σιγὴν τῆς νυκτός.

Κ᾿ ἡ φώκη, καθὼς εἶχεν ἔλθει ἔξω εἰς τὰ ρηχά, ηὗρε τὸ μικρὸν πνιγμένον σῶμα τῆς πτωχῆς Ἀκριβούλας, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ περιτριγυρίζῃ καὶ νὰ τὸ μυρολογᾷ, πρὶν ἀρχίσῃ τὸ ἑσπερινὸν δεῖπνόν της.

Τὸ μυρολόγι τῆς φώκης, τὸ ὁποῖον μετέφρασεν εἰς ἀνθρώπινα λόγια εἷς γέρων ψαράς, ἐντριβὴς εἰς τὴν ἄφωνον γλῶσσαν τῶν φωκῶν, ἔλεγε περίπου τὰ ἑξῆς:

Αὐτὴ ἦτον ἡ Ἀκριβούλα
ἡ ἐγγόνα τῆς γρια-Λούκαινας.
Φύκια ᾽ναι τὰ στεφάνια της,
κοχύλια τὰ προικιά της…
Κ᾿ ἡ γριὰ ἀκόμα μυρολογᾷ
τὰ γεννοβόλια της τὰ παλιά.
Σὰν νά ᾽χαν ποτὲ τελειωμὸ
τὰ πάθια κ᾿ οἱ καημοὶ τοῦ κόσμου.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1908

🔎3014

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2018

Λογοτεχνικές Προτάσεις 487: Το τραγούδι του χιλμπίλη


Αναμνήσεις μιας οικογένειας και μιας κοινωνίας σε κρίση

«Ήμουν ένα απ' αυτά τα παιδιά με το δυσοίωνο μέλλον. Παραλίγο να παρατήσω το λύκειο. Παραλίγο να παραδοδώ κι εγώ σ’ εκείνη τη βαθιά οργή και πίκρα που έχει καταλάβει τους πάντες γύρω μου. Σήμερα οι άνθρωποι με βλέπουν, με την ωραία μου δουλειά και τα λαμπερά μου πτυχία, και φαντάζονται πως είμαι κάποιου είδους ιδιοφυία —ότι μονάχα ένας εξαιρετικά προικισμένος άνθρωπος θα μπορούσε να φτάσει εδώ που έφτασα εγώ. Με κάθε σεβασμό προς τους ανθρώπους αυτούς, πιστεύω ότι η θεωρία αυτή είναι μια βλακεία και μισή. Όποια ταλέντα και να έχω, βρέθηκα ένα μόλις βήμα πριν απ' το γκρεμό, έως ότου μερικοί άνθρωποι μ’ έσωσαν χάρη στην αγάπη τους».

Αφοπλιστικά ειλικρινές, σχεδόν ξεγυμνωτικό, το "Τραγούδι του χιλμπίλη" είναι ένα αφήγημα αμείλικτα σκληρό και ταυτόχρονα μια ωδή στην πίστη και την αγάπη. Δεν είναι απλώς η δραματική προσωπική ιστορία ενός παιδιού που γίνεται άντρας. Δεν είναι απλώς το χρονικό μιας διαλυμένης οικογένειας. Είναι κι η αδυσώπητη ψυχογραφία μιας παραγνωρισμένης κοινωνικής τάξης που, με διαφορετική μορφή, μπορούμε να την εντοπίσουμε σχεδόν σε κάθε χώρα. Στην Αμερική τους λένε χιλμπίληδες, λευκά σκουπίδια. Αλλού τους λένε αλλιώς. Το σίγουρο είναι πως η τάξη αυτή έχει επανέλθει βροντερά στο προσκήνιο προκαλώντας ξάφνιασμα, ακατανοησία και τρόμο.

Το "Τραγούδι του χιλμπίλη" μιλά για το θυμό, την παραίτηση, την αυτοεγκατάλειψη. Μιλά για πάθη παράφορα που καταστρέφουν ζωές. Μιλά για το πόσο βαθιά μας σημαδεύουν οι εξωτερικές συνθήκες της ζωής μας —η οικογένεια, ο περίγυρος, η εποχή. Μιλά όμως και για ανθρώπους που, κόντρα στα προγνωστικά, κατάφεραν να μείνουν όρθιοι και βρήκαν το κουράγιο να πάρουν τη μοίρα τους στα χέρια τους...

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ονομάζομαι Τζέιντι Βανς. Νομίζω πως πρέπει να ξεκινήσω με μια εξομολόγηση: η ύπαρξη του βιβλίου που κρατάτε στα χέρια σας μου φαίνεται παράλογη. Γράφει στον υπότιτλο ότι πρόκειται για «αναμνήσεις». Όμως είμαι 31 χρονών και πρώτος απ’ όλους θα παραδεχτώ ότι δεν έχω πετύχει τίποτα σπουδαίο στη ζωή μου, σίγουρα τίποτα που να δικαιολογεί να ξοδέψει λεφτά ένας άγνωστος για να διαβάσει γι’ αυτή τη ζωή. Το πιο εντυπωσιακό πράγμα που έχω καταφέρει, στα χαρτιά τουλάχιστον, είναι ότι αποφοίτησα απ’ τη νομική σχολή του Γέιλ, πράγμα που όταν ήμουν 13 χρονών θα μου φαινόταν εντελώς παλαβό σαν ενδεχόμενο. Όμως, περίπου 200 άνθρωποι κάνουν το ίδιο πράγμα κάθε χρόνο και, πιστέψτε με, δε θα θέλατε να διαβάσετε βιβλία για τη ζωή των περισσότερων απ’ αυτούς. Δεν είμαι γερουσιαστής, δεν είμαι κυβερνήτης, δεν έχω διατελέσει υπουργός. Δεν έχω συστήσει καμιά εταιρεία αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων ούτε και κάποια μη κυβερνητική οργάνωση που ν’ αλλάζει τον κόσμο. Έχω μια καλή δουλειά, ένα ευτυχισμένο γάμο, ένα άνετο σπίτι και δυο ζωηρά σκυλιά.
Επομένως, ο λόγος που έγραψα αυτό το βιβλίο δεν είναι για ν’ αφηγηθώ κάποιο σπουδαίο μου κατόρθωμα. Έγραψα αυτό το βιβλίο επειδή κατάφερα κάτι πολύ τετριμμένο, κάτι που όμως δεν καταφέρνουν τα περισσότερα απ’ τα παιδιά που μεγαλώνουν όπως μεγάλωσα εγώ. Βλέπετε, μεγάλωσα φτωχός, στη Ζώνη της Σκουριάς, σε μια πόλη του Οχάιο όπου είχε την έδρα της μια μεγάλη χαλυβουργία. Εδώ και πάρα πολύ καιρό η πόλη αυτή χάνει θέσεις απασχόλησης, αλλά πάνω απ’ όλα χάνει την ελπίδα της ότι τα πράγματα μπορεί να φτιάξουν. Έχω, για να το θέσω ήπια, μια περίπλοκη σχέση με τους γονείς μου, ένας εκ των οποίων παλεύει με τις εξαρτήσεις σχεδόν από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Με μεγάλωσαν ο παππούς και η γιαγιά μου, απ’ τους οποίους κανένας δεν τέλειωσε το λύκειο. Ελάχιστοι από την ευρύτερη οικογένειά μου πήγαν πανεπιστήμιο. Οι στατιστικές λένε πως τα παιδιά σαν εμένα τα περιμένει ένα πολύ δυσοίωνο μέλλον ―αν είναι τυχερά, ίσως να καταφέρουν να μην εγκλωβιστούν για πάντα στα επιδόματα της κοινωνικής πρόνοιας· αν είναι άτυχα, θα πεθάνουν από υπερβολική δόση ηρωίνης, όπως συνέβη πέρυσι σε δεκάδες παιδιά απ’ τη μικρή μου πόλη.
Ήμουν ένα απ’ αυτά τα παιδιά με το δυσοίωνο μέλλον. Παραλίγο να παρατήσω το λύκειο. Παραλίγο να παραδοθώ κι εγώ σ’ εκείνη τη βαθιά οργή και πίκρα που έχει καταλάβει τους πάντες γύρω μου. Σήμερα οι άνθρωποι με βλέπουν, με την ωραία μου δουλειά και τα λαμπερά μου πτυχία, και φαντάζονται πως είμαι κάποιου είδους ιδιοφυΐα ―ότι μονάχα ένας εξαιρετικά προικισμένος άνθρωπος θα μπορούσε να φτάσει εδώ που έφτασα εγώ. Με κάθε σεβασμό προς τους ανθρώπους αυτούς, πιστεύω ότι η θεωρία αυτή είναι μια βλακεία και μισή. Όποια ταλέντα και να έχω, βρέθηκα ένα μόλις βήμα πριν απ’ τον γκρεμό, έως ότου μερικοί άνθρωποι μ’ έσωσαν χάρη στην αγάπη τους.
Αυτή είναι η ουσία της ιστορίας της ζωής μου, και γι’ αυτό γράφω τούτο το βιβλίο. Θέλω οι άνθρωποι να καταλάβουν τι σημαίνει να παρατάς τον εαυτό σου και πώς γίνεται να οδηγηθείς σε κάτι τέτοιο. Θέλω οι άνθρωποι να καταλάβουν τι συμβαίνει στη ζωή των φτωχών, και τις ψυχολογικές επιπτώσεις που έχει η πνευματική και υλική ανέχεια πάνω στα παιδιά μας. Θέλω οι άνθρωποι να καταλάβουν πώς νιώσαμε η οικογένειά μου κι εγώ το Αμερικάνικο Όνειρο. Θέλω οι άνθρωποι να καταλάβουν πώς βιώνεται η κοινωνική ανέλιξη. Και θέλω οι άνθρωποι να καταλάβουν κάτι που εγώ το έμαθα πολύ πρόσφατα: ότι για όσους από εμάς είχαμε την τύχη να ζήσουμε το Αμερικάνικο Όνειρο, οι δαίμονες της ζωής που αφήσαμε πίσω μας συνεχίζουν να μας κυνηγάνε.
Η ιστορία μου κάνει λόγο για μια ιδιαίτερη εθνοφυλετική ομάδα. Η κοινωνία μας δίνει μεγάλη προσοχή στα φυλετικά ζητήματα, ωστόσο το λεξιλόγιό μας συνήθως περιορίζεται μονάχα σε όρους που αναφέρονται στο χρώμα του δέρματος ―«μαύροι», «Ασιάτες», «λευκοί». Ενίοτε τούτες οι γενικές κατηγορίες είναι χρήσιμες. Για να γίνει όμως κατανοητή η δική μου ιστορία, πρέπει να πάμε πιο βαθιά. Μπορεί να είμαι λευκός, αλλά δεν ταυτίζομαι με τους Λευκούς Αγγλοσάξονες Προτεστάντες της βορειοανατολικής Αμερικής. Αντίθετα, ταυτίζομαι με τα εκατομμύρια των λευκών Αμερικανών της εργατικής τάξης δίχως πανεπιστημιακή μόρφωση και με σκωτοϊρλανδική καταγωγή. Για τους ανθρώπους αυτούς, η φτώχεια αποτελεί οικογενειακή παράδοση ―οι πρόγονοί τους ήταν εργάτες γης στη δουλοκτητική οικονομία του αμερικάνικου Νότου· αργότερα γίνανε κολίγοι· αργότερα γίνανε ανθρακωρύχοι· κι αργότερα γίνανε εργάτες στα εργοστάσια. Οι Αμερικάνοι τους λένε «χιλμπίληδες», «κοκκινοσβέρκηδες», «λευκά σκουπίδια». Εγώ τους λέω γείτονες, φίλους, συγγενείς μου.
Οι Σκωτοϊρλανδοί είναι μια από τις πιο ευδιάκριτες εθνοφυλετικές υποομάδες της Αμερικής. Όπως παρατήρησε ένας σχολιαστής, «ταξιδεύοντας στην Αμερική, οι Σκωτοιρλανδοί μού έκαναν διαρκώς εντύπωση: ήταν η πιο σταθερή και απαράλλαχτη τοπική υποκουλτούρα της χώρας. Η οικογενειακή τους δομή, η θρησκευτική και πολιτική τους στράτευση και η κοινωνική τους ζωή παραμένουν αμετάβλητες σε σύγκριση με την πλήρη εγκατάλειψη της παράδοσης που παρατηρείται σχεδόν οπουδήποτε αλλού». Αυτή η έντονη πρόσδεση στην παράδοση συνδυάζεται με πολλά καλά χαρακτηριστικά ―μια φλογερή αίσθηση της μπέσας, μια αταλάντευτη αφοσίωση στην οικογένεια και στην πατρίδα― αλλά και με πολλά κακά. Δε μας αρέσουν οι ξένοι ή οι άνθρωποι που διαφέρουν από εμάς, ασχέτως του αν η διαφορά έχει να κάνει με το πώς μοιάζουνε στην όψη, πώς φέρονται ή, πρωτίστως, πώς μιλάνε. Για να με καταλάβατε, πρέπει να καταλάβετε ότι είμαι ένας σκωτοϊρλανδός χιλμπίλης στην ψυχή.
Αν η πολιτισμική διάσταση αποτελεί τη μία όψη του νομίσματος, τότε η γεωγραφία αποτελεί την άλλη όψη. Όταν οι πρώτοι σκωτοϊρλανδοί μετανάστες έφτασαν στο Νέο Κόσμο τον 18ο αιώνα, ένιωσαν μια έντονη έλξη για τα Απαλάχια Όρη. Η περιοχή αυτή είναι ομολογουμένως τεράστια ―εκτείνεται από την Αλαμπάμα και την Τζόρτζια στο Νότο, περνάει από το Οχάιο, και φτάνει σε κάποια μέρη της πολιτείας της Νέας Υόρκης στο Βορρά. Ωστόσο, η κυρίαρχη νοοτροπία των Ευρύτερων Απαλαχίων είναι σε εντυπωσιακό βαθμό συνεκτική και ενιαία. Η οικογένειά μου, από τους λόφους του ανατολικού Κεντάκι, αυτοχαρακτηρίζονται χιλμπίληδες, το ίδιο όμως κάνει και ο Χανκ Γουίλιαμς Τζούνιορ ―γεννημένος στη Λουιζιάνα και κάτοικος της Αλαμπάμα― στο τραγούδι του για τη ζωή των λευκών αγροτών «Ένα επαρχιωτόπουλο μπορεί να επιβιώσει» [A country boy can survive]. Η αμερικάνικη πολιτική ζωή άλλαξε κατεύθυνση μετά την πολιτική μετατόπιση των κατοίκων των Ευρύτερων Απαλαχίων από το Δημοκρατικό στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, η οποία σημειώθηκε μετά τον Νίξον. Και πουθενά δεν είναι τόσο ζοφερή η μοίρα των λευκών της εργατικής τάξης όσο στα Ευρύτερα Απαλάχια. Από τη χαμηλή κοινωνική κινητικότητα μέχρι τη φτώχεια, τα διαζύγια και τα ναρκωτικά, ο τόπος μου είναι ένας τόπος δυστυχίας.
Δεν ξαφνιάζει διόλου, επομένως, το ότι είμαστε απαισιόδοξοι άνθρωποι. Περισσότερο μπορεί να ξαφνιάζει το γεγονός ότι, όπως έχουν δείξει αρκετές έρευνες, οι λευκοί της εργατικής τάξης είναι η πιο απαισιόδοξη ομάδα της Αμερικής. Είναι περισσότερο απαισιόδοξοι από τους ισπανόφωνους μετανάστες, πολλοί απ’ τους οποίους ζουν σε συνθήκες ασύλληπτης υλικής ένδειας. Είναι περισσότερο απαισιόδοξοι από τους μαύρους Αμερικανούς, των οποίων οι οικονομικές προοπτικές εξακολοθούν να είναι χειρότερες απ’ των λευκών. Μολονότι η πραγματικότητα δικαιολογεί κάποιο βαθμό κυνισμού, το γεγονός ότι οι χιλμπίληδες είναι περισσότερο απαισιόδοξοι για το μέλλον τους απ’ ό,τι πολλές άλλες ομάδες ―μερικές απ’ τις οποίες είναι σε σαφώς χειρότερη κατάσταση από υλική άποψη από εμάς― δείχνει ότι κάτι άλλο συμβαίνει.
Και πράγματι συμβαίνει. Είμαστε περισσότερο απομονωμένοι κοινωνικά από ποτέ και κληροδοτούμε την απομόνωση στα παιδιά μας. Η θρησκεία μας έχει αλλάξει ―είναι δομημένη γύρω από εκκλησίες όπου ξεχειλίζει η συναισθηματική ρητορική αλλά απουσιάζει η κοινωνική στήριξη που θα βοηθήσει τα φτωχά παιδιά να προκόψουν. Πολλοί από εμάς δε δουλεύουμε πια ή επιλέξαμε να μην αλλάξουμε τόπο κατοικίας αναζητώντας καλύτερες ευκαιρίες. Οι άνδρες πάσχουν από μια ιδιόρρυθμη κρίση αρρενωπότητας, όπου ορισμένα από τα χαρακτηριστικά που ενσταλάζει μέσα μας η χιλμπίλικη νοοτροπία μάς εμποδίζουν να βρούμε τα πατήματά μας σ’ έναν κόσμο που αλλάζει.
Όταν συζητώ για τη μοίρα της κοινότητάς μου, πολλές φορές ακούω την παρακάτω αντίρρηση: «Προφανώς τα πράγματα έχουν δυσκολέψει για τους λευκούς της εργατικής τάξης, Τζέιντι· όμως έχεις μπερδέψει τις αιτίες με τα αποτελέσματα. Χωρίζουν περισσότερο, παντρεύονται λιγότερο και βιώνουν λιγότερη χαρά, επειδή έχουν λιγότερες οικονομικές ευκαιρίες. Αν υπήρχαν περισσότερες και πιο καλές δουλειές, θα βελτιώνονταν και οι άλλες πτυχές της ζωής τους».
Κάποτε πίστευα το ίδιο. Και όταν ήμουνα μικρός, ήθελα απεγνωσμένα να το πιστέψω. Είναι λογικό. Το να μην έχεις δουλειά προκαλεί στρες, και το να μην έχεις λεφτά ούτε καν για να επιβιώσεις προκαλεί ακόμα περισσότερο στρες. Καθώς η βιομηχανία στις Μεσοδυτικές Πολιτείες παρήκμασε, η λευκή εργατική τάξη έχασε όχι μόνο την οικονομική της ασφάλεια, αλλά και τη σταθερή οικογενειακή ζωή που η οικονομική αυτή ασφάλεια έφερνε.
Αλλά η εμπειρία είναι σκληρός δάσκαλος. Και η εμπειρία με δίδαξε πως η ιδέα ότι το κύριο πρόβλημα είναι η οικονομική ανασφάλεια είναι, στην καλύτερη περίπτωση, ατελής. Πριν μερικά χρόνια, το καλοκαίρι προτού γραφτώ στη νομική του Γέιλ, έψαχνα μια δουλειά πλήρους απασχόλησης για να χρηματοδοτήσω τη μετεγκατάστασή μου στο Νιου Χέιβεν του Κονέκτικατ. Ένας οικογενειακός φίλος μού πρότεινε να δουλέψω στην επιχείρησή του, μια αποθήκη με πλακάκια. Τα πλακάκια είναι βαριά: συσκευάζονται σε δέματα που ζυγίζουν από 25 μέχρι 40 κιλά το καθένα. Η βασική μου δουλειά ήταν να στοιβάζω τα δέματα πάνω σε παλέτες και να ετοιμάζω τις παλέτες για να τις πάρει το φορτηγό. Δεν ήταν εύκολη δουλειά, αλλά πληρωνόμουν 13 δολάρια την ώρα και χρειαζόμουν τα χρήματα. Οπότε έπιασα δουλειά και προσπαθούσα να κάνω όσο περισσότερες υπερωρίες μπορούσα.
Στην αποθήκη δούλευαν καμιά δεκαριά άτομα. Οι περισσότεροι υπάλληλοι δούλευαν εκεί χρόνια. Ένας απ’ αυτούς είχε δύο δουλειές πλήρους απασχόλησης, αλλά όχι από ανάγκη: η δεύτερη δουλειά του του επέτρεπε ν’ ασχοληθεί με το όνειρό του, την οδήγηση αεροπλάνων. 13 δολάρια την ώρα ήταν καλά λεφτά για ένα άτομο που ζει μόνο του στην πόλη μας ―ένα καλό διαμέρισμα κοστίζει περίπου 500 δολάρια το μήνα― και ήταν βέβαιο ότι μετά από λίγο καιρό στη δουλειά θα έπαιρνες αύξηση. Κάθε υπάλληλος με λίγα χρόνια προϋπηρεσία έβγαζε τουλάχιστον 16 δολάρια την ώρα, και μάλιστα με την οικονομία σε ύφεση, πράγμα που εξασφάλιζε ένα ετήσιο εισόδημα της τάξεως των 32.000 δολαρίων ―πολύ πάνω απ’ το όριο της φτώχειας, ακόμα και για μια οικογένεια. Παρά τη σχετική σταθερότητα, οι διευθυντές της αποθήκης δυσκολεύονταν τρομερά να βρουν μόνιμο υπάλληλο για τη δική μου θέση, μια κατά βάση χειρωνακτική δουλειά. Τον καιρό που έφυγα, χειρωνακτική δουλειά στην αποθήκη κάνανε 3 άτομα· εγώ, στα 26 μου, ήμουν μακράν ο μεγαλύτερος.
Ένα αγόρι, ας τον πούμε Μπομπ, έπιασε δουλειά στην αποθήκη λίγους μήνες πριν από μένα. Ο Μπομπ ήταν 19 χρονών και η κοπέλα του ήταν έγκυος. Ο διευθυντής πρότεινε από ευγένεια στην κοπέλα μια δουλειά γραφείου, να σηκώνει τηλέφωνα. Και οι δυο τους ήταν φριχτοί εργαζόμενοι. Σχεδόν μία στις τρεις μέρες η κοπέλα δεν εμφανιζόταν στη δουλειά και ποτέ δεν ενημέρωνε από πριν. Αν και την προειδοποίησαν ν’ αλλάξει συμπεριφορά, η κοπέλα δεν κατάφερε να μείνει στη δουλειά πάνω από δυο μήνες. Ο Μπομπ απουσίαζε απ’ τη δουλειά περίπου μία φορά την εβδομάδα, ενώ ερχόταν πάντοτε αργοπορημένος. Επιπλέον, κάθε μέρα έκανε 3 με 4 διαλείμματα για τουαλέτα, που το καθένα διαρκούσε πάνω από μισή ώρα. Το πράγμα είχε καταντήσει τόσο πολύ γελοίο ώστε, τον καιρό περίπου που κόντευα να φύγω, σκαρφιστήκαμε μαζί μ’ ένα συνάδελφο ένα παιχνίδι: αγοράσαμε ένα χρονόμετρο κι όποτε ο Μπομπ πήγαινε στο μπάνιο και ξεπερνούσε τα 30 λεπτά φωνάζαμε ανά πεντάλεπτο: «35 λεπτά!», «45 λεπτά!», «Μία ώρα, ρεκόρ!».
Τελικά απολύθηκε κι ο Μπομπ. Όταν έγινε αυτό, τα έβαλε με τον προϊστάμενο: «Πώς μπορείς να μου το κάνεις αυτό; Δεν το ξέρεις πως η κοπέλα μου είναι έγκυος;». Και δεν ήταν ο μόνος: τουλάχιστον δύο άλλοι άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένου του ξαδέλφου του Μπομπ, απολύθηκαν ή παραιτήθηκαν τους λίγους μήνες που δούλεψα σ’ εκείνη την αποθήκη.
Δε γίνεται ν’ αγνοούμε ιστορίες σαν αυτή, όταν μιλάμε για ισότητα στις ευκαιρίες. Νομπελίστες οικονομολόγοι ανησυχούν για την παρακμή της βιομηχανίας στις Μεσοδυτικές Πολιτείες και για την αποσάθρωση της οικονομικής βάσης των λευκών της εργατικής τάξης. Αυτό που εννοούν είναι ότι οι δουλειές στα εργοστάσια έχουν μεταφερθεί στο εξωτερικό και ότι είναι δύσκολο για τους ανθρώπους που δεν έχουν πανεπιστημιακή μόρφωση να βρουν δουλειές της μεσαίας τάξης. Πολύ ωραία, συμφωνώ, πρόκειται για πολύ σημαντικό πρόβλημα. Το βιβλίο όμως αυτό μιλάει για κάτι άλλο: για το τι συμβαίνει στη ζωή των πραγματικών ανθρώπων όταν η βιομηχανία παρακμάζει· για το τι συμβαίνει όταν αντιδράς σε μια κακή κατάσταση με το χειρότερο δυνατό τρόπο· για το τι συμβαίνει όταν οι κυρίαρχες νοοτροπίες ενισχύουν την κοινωνική φθορά αντί να την αποτρέπουν.
Τα προβλήματα που είδα στην αποθήκη με τα πλακάκια κινούνται σ’ ένα βαθύτερο επίπεδο απ’ αυτό που περιγράφουν οι μακροοικονομικοί δείκτες και οι οικονομικές πολιτικές. Έχουν να κάνουν με πάμπολλους νεαρούς άνδρες που δυσφορούν στην ιδέα της σκληρής δουλειάς. Έχουν να κάνουν με καλές δουλειές που κανένας δεν προτίθεται να τις κάνει. Έχουν να κάνουν μ’ ένα νεαρό άνδρα που έχει κάθε λόγο να εργαστεί ―έχοντας μια μέλλουσα σύζυγο να στηρίξει κι ένα μωρό να έρχεται― αλλά ο οποίος προτιμά να περιφρονεί αμέριμνος μια καλή δουλειά με άριστη ασφάλιση υγείας. Το πιο ανησυχητικό απ’ όλα είναι ότι, στο τέλος, ο νεαρός αυτός πίστευε ότι οι άλλοι είχαν φερθεί άσχημα σ’εκείνον. Έχουμε να κάνουμε εδώ μ’ ένα μειωμένο αίσθημα προσωπικής ευθύνης: μια αίσθηση ότι έχεις ελάχιστο έλεγχο πάνω στη ζωή σου και μια ευκολία να κατηγορείς όλους τους άλλους εκτός απ’ τον εαυτό σου. Το στοιχείο αυτό θα πρέπει να διαφοροποιηθεί από την ευρύτερη οικονομική κατάσταση της σύγχρονης Αμερικής.
Θα πρέπει να τονιστεί πως, μολονότι επικεντρώνομαι στην ομάδα που γνωρίζω προσωπικά ―τους λευκούς της εργατικής τάξης που έχουν δεσμούς με τα Απαλάχια―, δεν υποστηρίζω ότι δικαιούμαστε περισσότερη συμπάθεια από άλλες ομάδες. Σε τούτο το βιβλίο ο αναγνώστης δε θα βρει μια ιστορία που να υποστηρίζει ότι οι λευκοί έχουν περισσότερους λόγους να διαμαρτύρονται από τους μαύρους ή κάποια άλλη εθνοφυλετική ομάδα. Ελπίζω ότι οι αναγνώστες του βιβλίου θα μπορέσουν να σχηματίσουν μια πληρέστερη αντίληψη για το πώς η ταξική θέση και η οικογενειακή κατάσταση επηρεάζουν τη ζωή των φτωχών ανθρώπων, χωρίς να χρειαστεί να χρησιμοποιήσουν κάποιο φυλετικό πρίσμα. Πολλοί δημόσιοι σχολιαστές θεωρούν ότι όροι του τύπου «βασίλισσα των κονωνικών επιδομάτων» ενισχύουν άδικα στερεότυπα που αναφέρονται σε μια μαύρη μητέρα που ζει απ’ τα επιδόματα της κοινωνικής πρόνοιας. Οι αναγνώστες αυτού του βιβλίου θα συνειδητοποιήσουν γρήγορα ότι το επιχείρημα που αναπτύσσω εδώ δεν έχει καμία σχέση με τούτο το ζήτημα: έχω γνωρίσει πολλές βασίλισσες των κοινωνικών επιδομάτων· κάποιες ήταν γειτόνισσές μου, και ήταν όλες λευκές.
Το βιβλίο αυτό δεν είναι ακαδημαϊκή μελέτη. Τα τελευταία χρόνια, ο Γουίλιαμ Τζούλιους Γουίλσον, ο Τσαρλς Μάρεϊ, ο Ρόμπερτ Πάτναμ και ο Ρατζ Τσέτυ έχουν γράψει συναρπαστικές και άρτια τεκμηριωμένες μελέτες που καταδεικνύουν ότι η κοινωνική κινητικότητα μειώθηκε δραματικά τη δεκαετία του 1970 και δεν ανέκαμψε ποτέ πραγματικά, ότι ορισμένες περιοχές τα πάνε χειρότερα από άλλες (διόλου αναπάντεχα, τα Απαλάχια και η Ζώνη της Σκουριάς τα πάνε πολύ άσχημα) κι ότι πολλά απ’ τα φαινόμενα που παρατήρησα στη δική μου ζωή παρατηρούνται σ’ ολόκληρη την κοινωνία μας. Μπορεί να διαφωνώ με ορισμένα απ’ τα συμπεράσματά τους, αλλά οι ερευνητές αυτοί απέδειξαν πειστικά ότι η Αμερική έχει πρόβλημα. Μολονότι θα χρησιμοποιήσω κάποια ποσοτικά δεδομένα και μολονότι ενίοτε θα στηριχτώ σε ακαδημαϊκές μελέτες για να υποστηρίξω κάποια άποψη, ο βασικός μου στόχος δεν είναι να σας πείσω ότι το πρόβλημα υπάρχει. Αυτό έχει ήδη αποδειχθεί. Ο βασικός μου στόχος είναι ν’ αφηγηθώ μια αληθινή ιστορία που περιγράφει τι σημαίνει να έχεις γεννηθεί με το πρόβλημα περασμένο σα θηλιά γύρω απ’ το λαιμό σου.
Δε γίνεται ν’ αφηγηθώ αυτή την ιστορία χωρίς να μιλήσω για τους βασικούς ήρωες που καθόρισαν τη ζωή μου. Επομένως, το βιβλίο αυτό δεν είναι απλώς το χρονικό της δικής μου ζωής αλλά το χρονικό μιας οικογένειας ―μια ιστορία κοινωνικής ανέλιξης ιδωμένη με τα μάτια μιας οικογένειας χιλμπίληδων από τα Απαλάχια. Πριν από δύο γενιές, ο παππούς και η γιαγιά μου ήταν πάμφτωχοι και ερωτευμένοι. Παντρεύτηκαν και μετανάστευσαν προς βορρά θέλοντας να ξεφύγουν απ’ την καταραμένη φτώχεια που απλωνόταν παντού τριγύρω τους. Ο εγγονός τους (εγώ) αποφοίτησε από ένα απ’ τα λαμπρότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα του κόσμου. Αυτή είναι η σύντομη βερζιόν. Η αναλυτική βερζιόν ξεδιπλώνεται στις σελίδες που ακολουθούν.
Παρόλο που μερικές φορές αλλάζω τα ονόματα των ανθρώπων για να προστατεύσω την ιδιωτικότητά τους, η παρακάτω αφήγηση είναι μια ακριβής απεικόνιση του κόσμου που έζησα και του οποίου υπήρξα μάρτυρας ―τουλάχιστον στο μέτρο που μπορώ να εμπιστευτώ τη μνήμη μου. Δεν υπάρχουν φανταστικοί χαρακτήρες ούτε και χρονολογικές αντιμεταθέσεις. Όπου μπόρεσα, προσπάθησα να βασιστώ σε γραπτά τεκμήρια ―δημόσια έγγραφα, χειρόγραφες επιστολές, σημειώσεις πάνω σε φωτογραφίες. Όμως είμαι βέβαιος ότι, όπως κάθε αφήγηση βασισμένη στη μνήμη, έτσι και αυτή η ιστορία θα έχει λάθη. Όταν ζήτησα απ’ την αδερφή μου να διαβάσει μια πρώτη εκδοχή αυτής της αφήγησης, ακολούθησε μια τριαντάλεπτη συζήτηση για το αν είχα μπερδέψει κάποιες ημερομηνίες. Επέμεινα στη δική μου εκδοχή, όχι γιατί πιστεύω ότι η μνήμη της αδερφής μου είναι χειρότερη απ’ τη δική μου (βασικά πιστεύω το αντίθετο), αλλά γιατί νομίζω ότι έχει σημασία το πώς οργάνωσα τα γεγονότα στο δικό μου μυαλό.
Δεν είμαι ουδέτερος παρατηρητής. Σχεδόν όλοι οι χαρακτήρες που παρουσιάζονται σ’ αυτή την ιστορία έχουν σοβαρά ψεγάδια. Μερικοί αποπειράθηκαν να δολοφονήσουν ανθρώπους, και μερικοί τα κατάφεραν. Κάποιοι κακοποίησαν τα παιδιά τους, σωματικά ή συναισθηματικά. Πολλοί έκαναν (και εξακολουθούν να κάνουν) χρήση ναρκωτικών. Αλλά τους ανθρώπους αυτούς τους αγαπώ, ακόμη κι εκείνους που, για να διατηρήσω την ψυχική μου γαλήνη, προτιμώ να τους αποφεύγω. Και αν σας δημιουργήσω την εντύπωση ότι στη ζωή μου υπήρξαν κακοί άνθρωποι, τότε οφείλω μια συγγνώμη, και σ’ εσάς και στους ανθρώπους της ιστορίας μου. Γιατί σ’ αυτή την ιστορία δεν υπάρχουν κακοί. Υπάρχει μονάχα μια άγρια, άναρχη και φασαριόζικη κομπανία από χιλμπίληδες που παλεύουν να βρουν το δρόμο τους ―για να σωθούνε οι ίδιοι και, με τη χάρη του Θεού, για να σώσουνε κι εμένα...

#1 NEW YORK TIMES BESTSELLER

«Δε θα διαβάσετε φέτος σημαντικότερο βιβλίο για την Αμερική».
-Economist

«Απαραίτητο ανάγνωσμα για την ιστορική στιγμή που ζούμε».
-New York Times

«Ένα βιβλίο που σε βυθίζει στο σύμπαν του».
-Wall Street Journal

«Αυτό που κάνει "Το τραγούδι του χιλμπίλη" τόσο δυνατό είναι ότι ο Βανς γράφει με τη θλιμμένη πίκρα ενός προδομένου γιου που συνεχίζει να πιστεύει στο γονιό του».
-The New Yorker

Ο J. D. Vance (1984) μεγάλωσε στο Μίντλταουν του Οχάιο και στο Τζάκσον του Κεντάκι. Αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο Οχάιο Στέιτ και τη νομική σχολή του Γέιλ.
Το "Τραγούδι του χιλμπίλη" είναι το πρώτο του βιβλίο.

Τίτλος πρωτοτύπου: Hillbilly Elegy - A Memoir of a Family and Culture in Crisis
Συγγραφέας: J. D. Vance
Μετάφραση: Αριστείδης Μαλλιαρός
Επιμέλεια: Θάνος Σαμαρτζής
ISBN: 978-618-83224-3-1
Σελίδες: 360
Ημερομηνία έκδοσης: 31/05/2018
Εκδότης: Δώμα
Αρχική τιμή: 16,00€

🔎2998

Τρίτη 20 Ιουνίου 2017

Ο Εκδικητής της Τζαμάικας (Μέρος ΣΤ')


"Ο Εκδικητής της Τζαμάικας" είναι ένα σύντομο μυθιστόρημα πειρατικής δράσης, που εκτυλίσσεται στη Τζαμάικα του 17ου αιώνα, όταν το νησί αυτό -υπό αγγλική κυριαρχία- υπήρξε επίκεντρο πειρατικής δράσης.
Κεντρικό πρόσωπο του μύθου είναι ένας Ισπανός ιδιότυπος κουρσάρος, ο "Μαύρος Πειρατής", που δρούσε για δικό του λογαριασμό, όχι όμως για να μαζέψει λάφυρα, μα για να απονέμει τη δικαιοσύνη και να μοιράζει τα κούρση του στους φτωχούς κατοίκους των νησιών της Καραϊβικής, όπου η βρετανική επικυριαρχία ήταν τυραννική. Από την άλλη δεν δίσταζε να τα βάζει και με τους συμπατριώτες του Ισπανούς αποικιοκράτες, αφού κι αυτοί το ίδιο συχνά με τους Βρετανούς φέρονταν ως δυνάστες στους αποίκους και στους ιθαγενείς της Κεντρικής Αμερικής και της Καραϊβικής.
Η διασκευή και η ανάπτυξη του μυθιστορήματος βασίστηκε σε ανυπόγραφο κείμενο (συνεπώς ο συγγραφέας του είναι άγνωστος), που αρχικά (τέλη δεκαετίας '40) είχε δημοσιευτεί σε γερμανικό pulp περιοδικό των εκδόσεων Bastei, ενώ είχε κυκλοφορήσει και στα ελληνικά στη σειρά περιπετειωδών μυθιστορημάτων του περιοδικού "Μυστήριο" της δεύτερης περιόδου (1950). Στην ίδια σειρά εκδόθηκαν και κυκλοφόρησαν με τη μορφή περιοδικού μερικές ακόμα περιπέτειες του Μαύρου Πειρατή της Καραϊβικής.
Η παρούσα ανάρτηση είναι σκαναρισμένη αναπαραγωγή από το βιβλίο "Ο Εκδικητής της Τζαμάικας", σε διασκευή και επιμέλεια έκδοσης από τον Γιώργο Βλάχο, που εκδόθηκε από τις Εκδόσεις "Οξύ" το 2009 στη σειρά Π.ΑΝ. - ΠΑΡΑΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ. Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο διαδίκτυο, από το blog http://paralogotechniasanagnosma.blogspot.gr/


Το concept της έντυπης σειράς αποτυπωνόταν στον υπότιτλο: "Κινηματογραφικές Περιπέτειες". Θα δημοσίευε, δηλαδή, μυθιστορήματα που θα ήταν προσαρμογή σε αφήγημα κάποιας κινηματογραφικής ταινίας του είδους της περιπέτειας, ή που θα μπορούσε να γίνει το ίδιο το αφήγημα κινηματογραφική ταινία. Το ύφος γραφής του κειμένου διατηρούσε μάλιστα την κινηματογραφική αίσθηση στη δομή και στους αναπτυγμένους διαλόγους, δίχως ωστόσο να είναι σε μορφή σεναρίου. Επιπρόσθετα στοιχεία θα ήταν ο τίτλος που θα θύμιζε τις περιπετειώδεις ταινίες της εποχής, καθώς και το εξώφυλλο το οποίο θα φιλοτεχνούταν με την τεχνική κινηματογραφικής αφίσας, βγαλμένης από τα χρονοντούλαπα της ίδιας εποχής.
Η σειρά φιλοδοξεί σε μια επανεκκίνησή της, όταν το επιτρέψουν οι περιστάσεις σε έντυπη μορφή.
Το εξώφυλλο της ανάρτησης είναι από την αρχική έκδοση και οφείλεται στον Μάριο Χονδρογιάννη, έναν από τους τελευταίους ειδικούς εικονογράφους κινηματογραφικών γιγαντοαφισών.
Το μυθιστόρημα έχει αναρτηθεί σε συνέχειες και αυτό είναι το έκτο και τελευταίο μέρος του. Για την ανάγνωσή του, πατήστε πάνω στις εικόνες για μεγέθυνση ή κάντε αποθήκευση των φωτογραφιών στον υπολογιστή σας.


















👬2272
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...