Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Λογοτεχνικές Προτάσεις 167: Η επιστροφή του αστυνόμου Μπέκα


Ο ήρωας του Γιάννη Μαρή σε νέες περιπέτειες

ΕΛΛHNIKH ΛOΓOTEXNIA / ΠEZOΓPAΦIA
Τι κοινό στοιχείο μπορεί να έχουν μεταξύ τους ένα «τελευταίο ραντεβού» στο Ζάππειο, ένας «ματωμένος γάμος» στη Χαλκιδική, τζόγος με ολέθριες συνέπειες στο Καφενείον «Των Φιλάθλων», ένας φόνος από βιβλιοφιλία, ένα υπηρεσιακό ταξίδι στη χιονισμένη Βενετία, ένα American Bar στη Θεσσαλονίκη, μια παλιά ιστορία από το εβραϊκό Ολοκαύτωμα, κοσμικές συγκεντρώσεις σε αθηναϊκά σπίτια, ή «ένας άνθρωπος με το λευκό κοστούμι»; Είναι ορισμένες από τις υποθέσεις που καλείται να εξιχνιάσει ο αστυνόμος Μπέκας, όπως τον επαναφέρουν στην Υπηρεσία δεκαπέντε διηγήματα από σύγχρονους συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας, προς τιμήν του Γιάννη Μαρή (1916-1979).
Σε συνεργασία με την Ελληνική Λέσχη Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας (ΕΛΣΑΛ).

Διηγήματα που έγραψαν οι: Ανδρέας Αποστολίδης, Νεοκλής Γαλανόπουλος, Παναγιώτης Γιαννουλέας, Αντώνης Γκόλτσος, Τιτίνα Δανέλλη, Βασίλης Δανέλλης, Άννα Δάρδα-Ιορδανίδου, Δημήτρης Κεραμεύς, Νίνα Κουλετάκη, Δημήτριος Μαμαλούκας, Τεύκρος Μιχαηλίδης, Αθηνά Μπασιούκα, Γιάννης Πανούσης, Αργύρης Παυλιώτης, Φίλιππος Φιλίππου.
Επιμέλεια: Αθηνά Κακούρη, Κώστας Θ. Καλφόπουλος
Σύνθεση εξωφύλλου: Αντώνης Αγγελάκης
ISBN: 978-960-03-5449-2
Σελίδες: 432
Τιμή: € 14,00
Εκδόσεις: Καστανιώτη

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Τιτίνα Δανέλλη
Το τελευταίο ραντεβού
(Έγκλημα στο Ζάππειο)

[1]
Κοιταξε το ρολόι του. Ήταν δώδεκα παρά τέταρτο, ευτυχώς, σε λίγο τέλειωνε η βάρδια του, σκέφτηκε με ανακούφιση. Ένιωθε εξουθενωμένος. Η Μονομαχία στον ήλιο συνεχιζόταν στην οθόνη του κινηματογράφου «Αίγλη». Ωραία ταινία, κρίμα που την έβλεπε κλεφτά και αποσπασματικά. Από το τίποτε, καλύτερα κι έτσι. Θα ήθελε ένα βράδυ να κουστουμαριστεί, να καθίσει και αυτός σαν κύριος στο ζαχαροπλαστείο, να απολαύσει ένα παγωτό κασάτο, μάλλον ένα ice cream soda, και μετά να πάει στο σινεμά, να καθίσει στο κέντρο, για να δει μια ταινία... Όχι πλαγίως, όλα πλαγίως τα έβλεπε, και την Ακρόπολη και την εφημερίδα, που λαθραίως διάβαζε στο τραμ, και την κοπέλα που αγαπούσε.
Θα προτιμούσε μια αγγλική ταινία, όπως το Δυο μάτια είδαν το έγκλημα, με εκείνο το υπέροχο το κοριτσάκι, πώς το λέγανε, να δεις; Μιλς; Κάπως έτσι.
Μα τι σημασία είχε το έργο που θα προβαλλόταν εκείνη τη μέρα που θα αξιωνόταν να πάει στον κινηματογράφο, σημασία θα είχε να αισθανθεί σαν ένας κανονικός θεατής∙ της 7ης Τέχνης και σαν κανονικός άνθρωπος της μίας και μοναδικής ζωής που είχε να ζήσει.
Ο πατέρας του ήταν θυρωρός, όταν πέθανε από ανακοπή, το θυρωρείο το πήρε η μάνα του, προσωρινά. Αυτό το «προσωρινά» τον γέμιζε ανασφάλεια και φόβο. Πού να τολμήσει να της μιλήσει για τα όνειρά του, πώς να της πει ότι ήθελε να γίνει ηθοποιός; Ήξερε τη γνώμη της για τους ανθρώπους του θεάματος. «Τοιούτοι ή κοκότες, η φάρα τους»..., τόσα ήξερε, τόσα έλεγε... Αγράμματη ήταν η καημένη, τι να σου κάνει; Έγινε σερβιτόρος, έδινε τον πενιχρό μισθό του στη μάνα του και κρατούσε τα φιλοδωρήματα, που του έδιναν, για τα τσιγάρα του και για το μηνιαίο γαλλικό κινηματογραφικό περιοδικό Cine Vague.
Γαλλικά είχε διδαχθεί στο σχολείο, το αγαπημένο του μάθημα, και από τότε τα καλλιεργούσε. Δεν είχε παραιτηθεί από το όνειρό του να πάει στο Παρίσι να σπουδάσει, τα όνειρα τζάμπα είναι, άλλωστε...
Η Μονομαχία στον ήλιο τέλειωσε με τους δυο εραστές να αλληλοσπαράζονται από πάθος. Ο απόλυτος, επικός έρωτας έσβησε βίαια, όπως ήταν αναμενόμενο. Ο κόσμος έβγαινε συγκλονισμένος από το θέαμα, σκόρπισε ήσυχα, τα φώτα έσβησαν και ο χώρος του ζαχαροπλαστείου άδειασε. Ένα τραπέζι είχε απομείνει μονάχα. Άντε να φύγουν κι αυτοί να πάει σπίτι του.
«Γκαρσόν, τον λογαριασμό».
Ο Μίμης τον έφερε αμέσως. Δεν μπορούσε να διακρίνει καθαρά το πρόσωπο του νέου άνδρα, μόνο τα πράσινα μάτια του που φωσφόριζαν. Ίσως αυτή τη σκέψη να την έκανε μετά, κι αυτό συνέβη επειδή η διάθεση του ζευγαριού ήταν το ίδιο σκοτεινή με την καυτή άναστρη νύχτα του Ιούλη.
Ο άνδρας πλήρωσε, πήρε το πακέτο με τον Άσσο Παπαστράτου και τον αναπτήρα, ενώ η συνοδός του, με το πρόσωπο γυρισμένο προς μια αθέατη πλευρά, σηκώθηκε και άρχισε να περπατά. Τους κοίταξε από πίσω. Τα μαύρα μαλλιά της που αγκάλιαζαν την πλάτη της κάτι του θύμιζαν.
Ούτε και ο ίδιος ήξερε γιατί τους παρακολούθησε να απομακρύνονται, και πρόσεξε ότι, ενώ βάδιζαν πλάι πλάι, έμοιαζαν χωρισμένοι. Αυτό θα ήταν το τελευταίο ραντεβού τους. Σήκωσε τους ώμους· συμβαίνουν αυτά, σκέφτηκε, ενώ καθάριζε. Δυο πακέτα Άρωμα ήταν ξεχασμένα στο τραπέζι. Το ένα ήταν άδειο, από το άλλο έλειπαν πέντε τσιγάρα. Το έβαλε στην τσέπη του πουκαμίσου του, παρέδωσε τις εισπράξεις και έφυγε. Τρέχοντας.

[2]
«Γιατι έτρεχες;»
Ο Μπέκας στεκόταν όρθιος και τον κοιτούσε με ένα αγαθό βλέμμα που, κάπως, γαλήνευε την ταραγμένη ψυχή του.
«Για να της δώσω το πακέτο με τα τσιγάρα, γι’ αυτό».
«Πάντα έτσι κάνεις με τους πελάτες που ξεχνούν κάτι;»
Ο Μίμης έμεινε σκεπτικός λίγα λεπτά και έπειτα είπε αποφασιστικά:
«Όχι».
«Τότε;»
Δεν τον κοιτούσε πια. Την προσοχή του αστυνόμου την είχε αποσπάσει ο ήχος μιας επίμονης κόρνας αυτοκινήτου που πέρασε το ανοιχτό παράθυρο, διέσχισε το δωμάτιο για να διαπεράσει το τύμπανο των αυτιών του.
«Δεν ξέρω. Πιστέψτε με, πραγματικά δεν ξέρω».
«Εγώ σε πιστεύω, παιδί μου, άλλωστε, πολλές φορές κάνουμε πράγματα που αργότερα δεν μπορούμε να τα εξηγήσουμε ούτε στον ίδιο μας τον εαυτό. Απλά πράγματα... Να όμως, που εδώ τα πράγματα είναι περίπλοκα, γιατί εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν φόνο εν ψυχρώ. Γι’ αυτό φρόντισε να είσαι ακριβής στις απαντήσεις σου. Πάμε από την αρχή. Πώς λέγεσαι;»
«Δημήτριος Αναστασίου, Μίμης για τους δικούς μου, ετών είκοσι τρία. Εργάζομαι τα δύο τελευταία καλοκαίρια στο καφέ-ζαχαροπλαστείο “Αίγλη” στο Ζάππειο».
«Τι συνέβη χθες βράδυ;»
«Είχαμε πολύ κόσμο λόγω της αφόρητης ζέστης. Αργότερα, όταν δρόσισε λιγάκι, ο κόσμος άρχισε σιγά σιγά να φεύγει, τέλειωσε και η ταινία, ο χώρος άδειασε. Ένα ζευγαράκι είχε απομείνει κι αυτό έφυγε σε πέντε λεπτά. Η κοπέλα είχε ξεχάσει τα τσιγάρα της. Γι’ αυτό έτρεχα».
«Γιατί;»
«Δεν ξέρω, διαισθάνθηκα απελπισία σαν να έστελνε ένα μήνυμα, ένα μήνυμα».
«Τι μήνυμα;»
«Ότι είχε ανάγκη από κάτι ή από κάποιον. Μου θύμισε την Έλλη Λαμπέτη στο Τελευταίο ψέμα. Το έχετε δει; Είναι αριστούργημα».
«Μα, αφού στην αρχή μου είπες ότι δεν την είδες στο πρόσωπο, πώς κατάλαβες ότι ήταν θλιμμένη και, μάλιστα, ότι έμοιαζε με τη Λαμπέτη;»
«Κύριε αστυνόμε, μου “μίλησε” η κίνηση του σώματος».
«Τι έκανε λέει;»
«Το σώμα έμοιαζε παρατημένο, πώς να σας το πω αλλιώς; Έπειτα, όταν τους είδα από πίσω, πρόσεξα τα μαλλιά της, τέτοια μαλλιά δεν τα ξεχνάς, και κάτι μου θύμισαν. Τώρα ξέρω».
«Εκείνος;»
«Ψηλός, με μάτια πράσινα που φώτιζαν το σκοτάδι».
Ο Μπέκας άναψε ένα τσιγάρο, τράβηξε μια ρουφηξιά και ένιωσε τον καπνό να χαϊδεύει τους πνεύμονές του. «Δεν πάει από εκεί που ήρθε ο γιατρός και οι συμβουλές του», σκέφτηκε, ενώ, σε μια μυστική συνομιλία που είχε με τον εαυτό του εδώ και κάμποση ώρα, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ετούτος εδώ είτε ήταν ένας παρατηρητικός αλλά ονειροπαρμένος τύπος ή ένας ψεύτης μεγάλης ολκής. Δολοφόνος μάλλον δεν ήταν. Όμως αυτός βρήκε το πτώμα της νεαρής γυναίκας, όταν το αίμα της ήταν ακόμη ζεστό και είχε λεκιάσει το λευκό του πουκάμισο. Αυτός την κρατούσε αγκαλιά και φώναζε βοήθεια σαν υστερικός, μέχρι που τον άκουσε ένας αστυνομικός. Θέατρο έπαιζε, τόσο καλά όμως;
«Λες να το έκανε ο φίλος της;»
«Όχι, δεν νομίζω», είπε ο Μίμης ξαφνιασμένος από την εμπιστοσύνη που του έδειχνε ο Αστυνόμος Μπέκας.
Ήταν έτοιμος να τον ρωτήσει από πού έβγαζε αυτό το συμπέρασμα, προτίμησε όμως να βάλει μια άνω τελεία στη συζήτηση, είπε:
«Αυτά για την ώρα, Μίμη, το απόγευμα όμως να είσαι εδώ να τα ξαναπούμε».
«Μα δουλεύω», ψέλλισε απελπισμένος ο νεαρός σερβιτόρος.
Ο Μπέκας τον κοίταξε στα μάτια, πραγματικά φοβόταν μη χάσει το μεροκάματο ή τον δούλευε; Σύντομα θα μάθαινε την αλήθεια. Το ψέμα έχει κοντά πόδια.
«Έλα όταν σχολάσεις. Σουτ, μη μιλάς, ξέρω τι θα πεις, γι’ αυτό σε προλαβαίνω. Μην ανησυχείς, εδώ θα με βρεις. Και στη μία το πρωί και στις δύο, και όσο χρειαστεί για να ανακαλύψω ποιο κάθαρμα δολοφόνησε την Μαρία Παναγοπούλου. Μην πεις σε κανέναν τίποτε, έστω και αν κάποιοι σε πιέσουν, μέχρι τότε σκέψου, προσπάθησε να θυμηθείς και την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια. Άντε σπίτι σου τώρα», είπε σημειώνοντας όμως στο μυαλό του πως έχει τον πρώτο ύποπτο.

[3]
Οταν ο Μπέκας ακύρωσε το ραντεβού που είχανε στη μία το μεσημέρι στου «Ζωναρά», χωρίς να δώσει εξηγήσεις, ο Γιάννης Μακρής υπέθεσε ότι ο αστυνόμος δεν εννοούσε να αλλάξει τις έμμονες ιδέες του. Ή στου Αντωνιάδη ή πουθενά. Όμως η αλάθητη διαίσθηση τού ψιθύρισε ότι η σουπιά τού έλεγε ψέματα, ότι κάτι σημαντικό είχε συμβεί και προσπαθούσε να κρατήσει μακριά του τους δημοσιογράφους. Ακόμα και αυτόν, τον φίλο του. Αμ δε, τον γελάσανε, φώναξε βγαίνοντας φουριόζος από την εφημερίδα. Σταμάτησε το πρώτο ταξί και σε λίγα λεπτά της ώρας είχε φτάσει στην οδό Βαλαωρίτου. Εισέβαλε στο γραφείο του αστυνόμου σαν σίφουνας και, χωρίς περιστροφές, απαίτησε να μάθει την αλήθεια. Ο Μπέκας κατέβασε τα μούτρα κι αναγκάστηκε να μιλήσει, αναφέροντας μόνο τα αναγκαία, δηλαδή, ότι μια νεαρή κοπέλα, η Μαρία Παναγοπούλου, ετών είκοσι, δολοφονήθηκε από αμβλύ αντικείμενο στο κρανίο. Το πτώμα βρέθηκε «κάπου» κοντά στο χώρο του Ζαππείου, έτσι αόριστα, μετά τα μεσάνυχτα.
Ο Μακρής σήκωσε το ακουστικό, σχημάτισε τον αριθμό της Πρωινής, ζήτησε τον Πάνου και του έδωσε εντολή να ετοιμάσουν αμέσως δεύτερη έκδοση με την είδηση της άγριας δολοφονίας της εικοσάχρονης Μαρίας Παναγοπούλου. Πρωτοσέλιδο. Αφηγήθηκε τα λίγα που είχε μάθει από τον φίλο του –φίλος να σου πετύχει...– στον υπεύθυνο του ελεύθερου ρεπορτάζ. Ο Πάνου είχε μερικές απορίες, τις οποίες είχε και ο ίδιος, όπως, το ποιος ανακάλυψε το πτώμα, εάν βρέθηκε το αμβλύ αντικείμενο με το οποίο χτυπήθηκε το θύμα και πολλές άλλες. Τέλος, ρώτησε τον αρχισυντάκτη του πώς θα εικονογραφούσαν το θέμα. Να πήγαιναν σπίτι της να ζητούσαν από τους δικούς της μια φωτογραφία της;
«Ούτε να το διανοηθείς, μακριά από το σπίτι του θύματος πριν γίνει η κηδεία. Δημοσιογράφοι είμαστε, δεν είμαστε νεκροθάφτες. Πάρε από το αρχείο μια φωτογραφία του Ζαππείου. Και βάλε τίτλο: Έγκλημα στο Ζάππειο. Άντε, κουνήσου, να προλάβεις τις απογευματινές», είπε και κοπάνησε το ακουστικό. Γυρνώντας προς τον Μπέκα, που έμοιαζε με θυμωμένο γάτο, είπε χαμογελώντας.
«... Εn fin seuls, “επιτέλους μόνοι”», όπως λέγανε και στα ρομάντζα του 19ου αιώνα... «Λέγε».
«Δεν έχω τίποτε να προσθέσω. Ό,τι ήξερα σου το είπα».
«Ποιος την βρήκε;»
«Ένας νέος».
«Όνομα δεν έχει;»
«Προς το παρόν όχι. Με συγχωρείς, πρέπει να φύγω».
«Θα σε ακολουθήσω», έκανε ο Μακρής χαρούμενα.
Ο Μπέκας του έριξε ένα μνησίκακο βλέμμα, άναψε ένα τσιγάρο, τράβηξε μια ρουφηξιά μόνο και το πέταξε στο σταχτοδοχείο, μισοζωντανό μισοπεθαμένο.
«Όπως νομίζεις, Γιάννη, σε συμβουλεύω όμως να μην το κάνεις. Το Νεκροτομείο δεν είναι ιδιαιτέρως ευχάριστο μέρος. Άσε με να κάνω τη δουλειά μου όπως ξέρω, και σου υπόσχομαι ότι θα σε κρατώ ενήμερο. Τα λέμε αργότερα».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...