Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Ο «Ιπτάμενος Ολλανδός»


Του Δημήτρη Καλιακάτσου

Από μικρός αντιπαθούσε τα Χριστούγεννα. Όχι πως υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος. Αλλά να, οι μέρες στις γιορτές, αν δεν έχεις ανθρώπους πλάι σου, κυλούν μονότονα και αργά. Αν βέβαια ζεις μόνος σου σ’ ένα νησί καταμεσής στο πέλαγος, δεν σε πειράζει και τόσο. Όταν, όμως, γύρω σου βλέπεις χαρούμενα πρόσωπα και ακούς γέλια και τραγούδια, τότε η μοναξιά γίνεται πιο αφόρητη και βασανιστική.
Αυτά σκεφτότανε επιστρέφοντας από την αλάνα όπου κάθε απόγευμα έπαιζε μπάλα, μαζί με καμιά δεκαριά άλλους που είχαν πάνω-κάτω τα δικά του χρόνια.
Όλους, μετά την αλάνα, τους περίμενε ένα ζεστό σπίτι και μια γλυκιά κουβέντα. Αυτόν, όμως, όχι. Γι’ αυτόν υπήρχε μόνο η παγωνιά και η βουβαμάρα του άδειου, φτωχικού δωματίου.
Κάθε πρωί, ενώ για όλους τους συνομηλίκους του τόπος συνάντησης ήταν το κοντινό σχολείο, εκείνος είχε ραντεβού με τον σκληρό αγώνα της επιβίωσης στους απέραντους δρόμους της μεγάλης πόλης.
Κατάκοπος, έβγαλε τα ρούχα του, έκανε ένα γρήγορο μπάνιο κι έπεσε να κοιμηθεί. Ήταν τόσο κουρασμένος που ο ύπνος τον πήρε αμέσως στην ανοιχτή του αγκαλιά. Σιγά-σιγά, αισθάνθηκε ν’ απογειώνεται, να σπάει τα δεσμά που τον κρατούσαν δεμένο στη γη και να ταξιδεύει με ταχύτητα χιλιάδων χιλιομέτρων την ώρα, περνώντας μέσα από μυριάδες τόπους, γεμάτους χρώματα και μουσικές, πάνω σε πλοία με ψηλά, ξύλινα κατάρτια, παρέα με τα χελιδόνια και τους πελαργούς.
Ξάφνου, βρέθηκε πάνω από τα 90 νησάκια του Άμστερνταμ, πάνω από την Ουτρέχτη, το Ρόττερνταμ, την Χάγη. Κι είδε, σ’ ένα στενό δρομάκι της Βεντεστέεγκ στο Λέιντεν, δύο μέλη μιας παράξενης κομπανίας με πάθος να μιλούν.
Ήταν ο Κρόιφ που έλεγε στον Ρεμπράντ για την αχτίδα, το βλέμμα και το φως κι ο Ρεμπράντ του απαντούσε για την ταχύτητα, τη φαντασία και την τέχνη.
Μετά, γύρισαν και κοίταξαν και οι δύο αφηρημένοι στο κενό. Ο Ρεμπράντ έβλεπε έναν καμβά και φαντάζονταν να συνθέτει επάνω του το κρεμεζί, το ρόδινο, το κίτρινο και το πορτοκαλί και ο «Ιπτάμενος Γιόχαν», σ’ ένα κατάμεστο γήπεδο να ξαναπαίζει τον τελικό του ’74, με τους Γερμανούς! Κι αυτή τη φορά, το πέναλτι που κέρδισε στην αρχή να είναι αρκετό για να στεφθεί παγκόσμιος πρωταθλητής. Ή να ανταμώνει στο Μπουένος Άιρες τους Κρολ Χάαν, Ρέζενμπρινγκ και Νέεσκενς και να φεύγει μαζί τους νικητής δαφνοστεφανωμένος!...

Έψαξα και δεν μπόρεσα να βρω καλύτερη εισαγωγή για να εκφράσω την αγάπη μου και τον θαυμασμό μου για ένα πολύ αγαπημένο μου πρόσωπο, τον «Ιπτάμενο Ολλανδό», Γιόχαν Κρόιφ.
Αυτός, μαζί με τους επίσης αγαπημένους μου «χάρτινους ήρωες», με γέμισε χαρούμενες αναμνήσεις και απέραντο θαυμασμό στα νιάτα μου και συνεχίζει ακόμα και σήμερα να με συναρπάζει, όταν κοιτάζω κάποιο βιντεάκι του ή συζητώντας στην παρέα γι’ αυτόν.

Λοιπόν: ο Hendrik Johannes Cruyff, γεννήθηκε στις 25 Απριλίου του 1947. Ο σούπερ σταρ της μεταπολεμικής ποδοσφαιρικής ιστορίας της χώρας του. Ένας επιθετικός –ο καλύτερος της Ευρώπης, τα 40 τελευταία χρόνια!
Ένας παίχτης που συνδύαζε τεχνική και ουσία, μπρίο και φινέτσα, χάρη και ταχύτητα. Ήταν ποδοσφαιριστής παγκόσμιας κλάσης με ακτινοβολία και έντονη προσωπικότητα. Μια μεγαλοφυΐα του φουτμπόλ!
Στα 16 του, εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην βασική ομάδα του Άγιαξ, με τον οποίο έπαιξε ως το καλοκαίρι του 1973. Με τον μεγάλο σύλλογο του Άμστερνταμ κέρδισε τρία κύπελλα πρωταθλητριών ομάδων Ευρώπης (1971, 1972, 1973), έξι πρωταθλήματα Ολλανδίας (1966, 1967, 1968, 1970, 1972, 1973) και τέσσερα κύπελλα (1967, 1970, 1971, 1972). Επίσης, δύο Ευρωπαϊκά Σούπερ Καπ (1972, 1973) και ένα Διηπειρωτικό (1972). Με τον Άγιαξ σημείωσε στο Ολλανδικό πρωτάθλημα 215 γκολ!
Το καλοκαίρι του ’73 πήγε στην Μπαρτσελόνα, που πλήρωσε 2.000.000 δολάρια για την απόκτησή του. Με τους Καταλανούς, έπαιξε τέσσερα χρόνια, κέρδισε το πρωτάθλημα του ’74 και σημείωσε 87 γκολ! Στη συνέχεια αγωνίστηκε στις Η.Π.Α., πρώτα στους Άζτεκς του Λος Άντζελες και μετά στους Ντίπλοματς, της Ουάσιγκτον. Μετά έκανε ένα σύντομο πέρασμα από την Ισπανική Λεβάντε, το 1981.
Ξαναγύρισε στον Άγιαξ, κέρδισε δύο πρωταθλήματα (1982 και 1983) και ένα κύπελλο (1983), σημείωσε 36 γκολ στο πρωτάθλημα και τερμάτισε την καριέρα του στην Φέγενορντ, το 1984, κατακτώντας πρωτάθλημα και κύπελλο!
Σαν προπονητής, εργάστηκε στον Άγιαξ, τον οποίο οδήγησε στην κατάκτηση του Κυπέλλου Κυπελλούχων ομάδων Ευρώπης το 1987 (στον τελικό της Αθήνας, 1-0 την Λοκομοτίβ Λειψίας) και το 1988 ανέλαβε την αγαπημένη του Μπαρτσελόνα, με την οποία κέρδισε το Κύπελλο Κυπελλούχων ομάδων Ευρώπης το 1989 (2-0 την Σαμπντόρια) και αυτό του Πρωταθλητριών το 1992 (1-0, την Σαμπντόρια και πάλι).

Έπαιξε 48 φορές με την Εθνική Ολλανδίας, σκοράροντας 35 φορές και ήταν αρχηγός της στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974 (φιναλίστ).
Ήταν ο βασικός μοχλός της μηχανής του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου που παρουσίασε η Ολλανδία του Ρίνους Μίχελς, το 1974.
Έπαιξε για πρώτη φορά στην πρώτη ομάδα του Άγιαξ, προερχόμενος από την εφηβική ομάδα, στις 15 Νοεμβρίου του 1964, κατά της Γκρόνινγκεν, σκοράροντας το μοναδικό γκολ του Άγιαξ στην ήττα με 3-1.
Στην παραμονή του στην Βαρκελώνη κέρδισε τις καρδιές των οπαδών της όταν δήλωσε ότι επέλεξε την Μπαρτσελόνα αντί της Ρεάλ γιατί δεν θα μπορούσε να παίξει σε μια ομάδα που σχετιζόταν με τον δικτάτορα Φράνκο. Μάλιστα, επέλεξε να δώσει στον γιό του το καταλανικό όνομα Jordi, ενώ βοήθησε την ομάδα του να κερδίσει την Ρεάλ Μαδρίτης μέσα στο γήπεδό της με το επιβλητικό 5-0!
Στην επιστροφή του στον Άγιαξ, το 1982, σκόραρε εναντίον της Helmondspor με πέναλτι-πάσα στον συμπαίχτη του, Όλσεν, και επιστροφή της μπάλας σ’ αυτόν πριν καταλήξει στα δίχτυα.

Ο Κρόιφ, τελειοποίησε επίσης μια κίνηση γνωστή ως “Cruyff Turn” (η μπάλα, περνώντας με το τακουνάκι από το πίσω μέρος του ποδιού, αποπροσανατολίζοντας τον αντίπαλο).
Η θέση στην οποία αγωνιζόταν ο Κρόιφ δεν ήταν ποτέ σαφής: άλλοτε στα χαφ, άλλοτε στην επίθεση, άλλοτε σε μια θέση μπροστά από τα χαφ και πίσω από τους κυνηγούς, ο Κρόιφ δεν είχε κανένα πρόβλημα ποτέ. Όπου κι αν έπαιζε ήταν πάντα ο άνθρωπος από τον οποίο ξεκινούσαν όλα. Ήταν η αρχή και το τέλος κάθε προσπάθειας είτε του Άγιαξ, είτε της Εθνικής.
Τον αποκαλούσαν «Χορευτή» και «Νουρέγιεφ» και ίσως να μην είχαν άδικο όσοι τον χαρακτήρισαν έτσι. Το παιχνίδι του είχε κάτι το χορευτικό, το αέρινο. Υπήρχε μια εξαιρετική αρμονία ανάμεσα στη σκέψη, τη κίνηση και την ενέργεια, μια αρμονία που έκανε τους αμυντικούς που αναλάμβαναν την επιτήρησή του να «ζαλίζονται» και σπάνια να καταφέρνουν να τον ανακόψουν χωρίς να κάνουν φάουλ.


ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ… ΚΑΙ ΑΛΛΑ
-Ανακηρύχθηκε Ευρωπαίος Ποδοσφαιριστής της χρονιάς (France Football) τρεις φορές (1971, 1973, 1974), ρεκόρ που κατέχει από κοινού με τους Μισέλ Πλατινί και Μάρκο φαν Μπάστεν.
-Το 1999 ψηφίστηκε Ευρωπαίος παίκτης του αιώνα, σε μια εκλογική διαδικασία που διεξήχθη από την IFFHS και κατετάγη δεύτερος, πίσω από τον Πελέ, στην ψηφοφορία για τον κορυφαίο παίχτη όλων των εποχών.
-Ήρθε επίσης τρίτος στην ψηφοφορία που οργάνωσε το περιοδικό France Football για τον καλύτερο ποδοσφαιριστή του αιώνα.
-Σε 663 επίσημα παιχνίδια, σημείωσε 371 γκολ
-Στην καριέρα του σαν παίκτης και σαν προπονητής, κέρδισε 36 επίσημα τρόπαια.
-Το 1991, κινδύνεψε σοβαρά η ζωή του και έκανε διπλή επέμβαση μπάι-μπας, σταματώντας έτσι το κάπνισμα.
-Στις 2 Νοεμβρίου του 2009 ανέλαβε προπονητής της Καταλανικής Εθνικής Ομάδας, σε αντικατάσταση του Rene Gratacos. Αυτή ήταν η πρώτη του δουλειά σαν προπονητής, μετά από 13 χρόνια.
-Επίσης, ανακηρύχθηκε σαν ο τέταρτος πιο διάσημος Ολλανδός όλων των εποχών μετά τον ακροδεξιό πολιτικό Πιμ Φόρτσουϊν, τον Γουλιέλμο της Ορράγγης και τον πολιτικό Γουίλιαμ Ντρις, αφήνοντας πίσω του τους ζωγράφους Ρεμπράντ και Βαν Γκογκ.

Σε ευχαριστούμε Γιόχαν για τις υπέροχες στιγμές που μας χάρισες!...

Το κείμενο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό "Club Φίλων Μικρός Σερίφης - Magazine" #12.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...