Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2015

Γουέστερν διήγημα: Χωρίς νόμο


Συγγραφέας: Στρατάκης Ηλίας

O Τομ Φλέτσερ ήταν ένας αδύνατος κάου-μπόυ με γένια και μέτριο ανάστημα. Τα τελευταία δέκα χρόνια κατοικούσε στη κωμόπολη του Νάσβιλ.  Ήταν οξύθυμος, καβγατζής αλλά τίμιος και φιλότιμος άνθρωπος. Είχε αρκετούς φίλους αλλά και κάμποσους εχθρούς. Η αλήθεια είναι ότι, όπου έκανε φίλους, εκεί όλοι τον αγαπούσαν.
Του άρεσε να υπερασπίζεται τους αδύνατους και δεν χώνευε καθόλου τους ανθρώπους που ζούσαν σε βάρος των άλλων.
Ένας τέτοιος ήταν ο Μπιλ Ρόβερ. Ένα πρωτοπαλίκαρο τεραστίων διαστάσεων που μονάχα ήξερε να καταπατεί την γη των γειτόνων του σπιθαμή προς σπιθαμή. Με κάθε ευκαιρία μετακινούσε τα σύρματά του καταφέρνοντας να μεγαλώνει τα λιβάδια του και να μειώνει αντίστοιχα αυτά των άτυχων γειτόνων του. Και φυσικά, πρώτα και κύρια θύματά του ήταν όσοι δεν μπορούσαν να υπερασπίσουν την περιουσία τους, είτε γιατί ήταν μόνοι τους, είτε γιατί φοβόταν τις συνέπειες. Ο νόμος από μόνος του δεν έκανε τίποτα, μιας και δεν βρισκόταν κανείς να καταγγείλει επίσημα και επώνυμα την καταπάτηση. Ολόκληρο το Νάσβιλ ήξερε τι γινόταν, αλλά κανείς δεν αντιδρούσε.
Έτσι, μια μέρα που ο Τομ βρισκόταν στο σαλούν του Νάσβιλ και καθόταν παρέα με φίλους σε ένα τραπέζι, μπήκε και ο Μπιλ Ρόβερ. Ο Μάικλ Σπόρελ, ένας γείτονας του Μπιλ, είπε σιγανά:
«Ο άτιμος πάλι έβαλε δέκα μέτρα πιο μέσα τα σύρματα του στα λιβάδια μου. Και κοίτα τον, σαν να μην συμβαίνει τίποτα, έρχεται κι αυτός στο μπαρ να κάνει παρέα με ανθρώπους, ενώ δεν είναι άνθρωπος!».
Ο Μπιλ όμως τον άκουσε και βαδίζοντας αργά και έτοιμος να τραβήξει το κολτ του από την ζώνη, πλησίασε τον Μάικλ και του είπε με αλαζονικό ύφος:
«Ποιος δεν είναι άνθρωπος, βρε σκουλήκι; Αυτό είναι πρόκληση για μονομαχία…».
Ο Μάικλ ήταν ένας ειρηνικός τύπος, μόνος του, φτωχός, ηλικιωμένος και καθόλου γρήγορος στο τράβηγμα του κολτ. Έτσι άρχισε να μετράει τα δευτερόλεπτα ζωής που του απέμεναν.
Ο Τομ, που καθόταν στην ίδια παρέα με τον Μάικλ, δεν μπορούσε να μείνει αμέτοχος.
«Εσύ είσαι σκουλήκι ή μάλλον φίδι και μάλιστα κολοβό, Μπιλ. Γιατί δεν τα βάζεις με κάποιον στα μέτρα σου, παρά κάνεις τον καμπόσο στους γέρους και ανήμπορους;»
Ταυτόχρονα κάνει μία κίνηση που κανείς δεν την περίμενε. Ενώ ο Μπιλ Ρόβερ είχε πλησιάσει το τραπέζι που καθόταν η παρέα του Τομ και του Μάικλ, αυτός με μια γρήγορη κίνηση τράβηξε το πιστόλι από την θήκη του Μπιλ. Έτσι ο Ρόβερ από την μια στιγμή στην άλλη έμεινε άοπλος!
Αμέσως άρχισε να χλομιάζει και να αισθάνεται γυμνός κυριολεκτικά. Άρχισε να αισθάνεται ένα κόμπο στο στομάχι του. Η σιγουριά που είχε πριν εξαφανίστηκε και τα πόδια του άρχισαν να μην αντέχουν το βάρος του σώματός του. Και μιλάμε για πάνω από εκατό κιλά. Συνάμα, ο Τομ δεν σταμάτησε άπρακτος. Σηκώθηκε και με το αριστερό του χέρι έδωσε μια δυνατή γροθιά στο σαγόνι του Μπιλ. Σε ελάχιστο χρόνο του καταφέρνει και μία κλοτσιά στο στομάχι, στέλνοντας τον φαρδύ πλατύ στο πάτωμα του μπαρ.
Οι περισσότεροι θαμώνες του σαλούν γέλασαν, άλλοι συγκρατημένα και άλλοι πιο ελεύθερα –σίγουρα όλοι ευχαριστημένοι, μόλις είδαν τον όγκο του Μπιλ στο πάτωμα.
«Σήκω πάνω άθλιε», του λέει ο Τομ.
Ο Μπιλ σηκώθηκε γρυλίζοντας και μόλις στάθηκε στα πόδια του, όρμησε εναντίον του Τομ. Με μια γρήγορη κίνηση, ο Τομ απέφυγε την σύγκρουση με τον όγκο του σώματος του χοντρού Μπιλ, κάνοντας ένα βήμα στο πλάι και βάζοντάς του τρικλοποδιά με το δεξί του πόδι. Τον έκανε να πέσει ξανά χάμω με τα μούτρα αυτή τη φορά, προκαλώντας νέα χαμόγελα στους θαμώνες. Στην συνέχεια τον πλησιάζει και κλοτσώντας τον στα πλευρά τον αναγκάζει να γυρίσει ανάσκελα. Τον πιάνει από το πέτο και τον αναγκάζει να σταθεί στα πόδια του. Αμέσως τον αρχίζει στα χαστούκια και τον οδηγεί στην έξοδο του σαλούν. Τον σπρώχνει χωρίς λύπηση και τον πετάει στον χωματόδρομο. Στην συνέχεια παίρνοντας το λάσο του από την σέλα του αλόγου του, φτιάχνει ένα αυτοσχέδιο μαστίγιο διπλώνοντας την μία άκρη του και αρχίζει να τον χτυπάει δυνατά και αλύπητα χωρίς να νοιάζεται για τις φωνές απόγνωσης του Μπιλ. Ναι, ο Τομ είχε βγει πλέον εκτός εαυτού. Τέτοιος χαρακτήρας ήταν: οξύθυμος, καβγατζής, χωρίς να ανέχεται το άδικο κανενός και χωρίς όμως να σκέφτεται τις συνέπειες των πράξεων του.
Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να παίρνει τον Νόμο στα χέρια του όσο δίκιο και να έχει, όσο κι αν ο Νόμος δεν είναι αυτός που πρέπει να είναι. Αλλά ο Τομ αυτό το ξεχνούσε συχνά.
Μετά από λίγο βρέθηκαν κάποιοι ψυχραιμότεροι, που θεώρησαν ότι έπρεπε να σώσουν τον Μπιλ από την μανία του Τομ. Όχι γιατί λυπόταν τον Ρόβερ, αλλά για να μην γίνει φονιάς ο Τομ και κλειστεί στην φυλακή και διαλύσει την οικογένεια του. Αυτός, όταν τον τράβηξαν πάνω από τον Μπιλ φώναξε:
«Εμένα δεν με έχει πειράξει κι όμως τον έδειρα. Εσείς που είστε θύματα του, τι κάνετε; Δεν τον βλέπετε πως είναι δειλός; Στην δειλία σας στηρίζεται και κάνει ότι κάνει. Αντιδράστε!!! Καταγγείλτε τον στον σερίφη, μην φοβάστε!!!»...

***
Εκτός όμως από καβγατζής, ήταν φιλότιμος και ανιδιοτελής. Όπου αγαπούσε, γινόταν χαλί να τον πατήσεις.
Μια φορά, ο μακρινός ξάδελφός του, Ντέιβ Σπέισι, του ζήτησε την βοήθεια του να στήσουν την αποθήκη για το σανό των ζώων του. Ο Ντέιβ ήξερε ότι ο Τομ είχε ανάγκη από χρήματα, περισσότερο από τον καθένα και δεν σκέφτηκε ποτέ να τον απασχολήσει χωρίς να τον πληρώσει. Έτσι μετά από τρεις μέρες κοπιαστικής δουλειάς ρώτησε τον Τομ πόσα του χρωστάει. Ο Τομ, είχε αδυναμία στον Ντέιβ (όπως και ο Ντέιβ σ’ αυτόν) και δεν σκέφτηκε ποτέ να πληρωθεί από αυτόν. Δεν υπήρχε περίπτωση να πάρει χρήματα από τον Ντέιβ. Αρνήθηκε λοιπόν, κάθε προσπάθεια του Ντέιβ να τον πληρώσει.
Έτσι πέρασε ο καιρός. Ο Ντέιβ εκτός από το ράντσο είχε και ένα εμπορικό. Ο Τομ, μια μέρα χρειαζόταν μερικούς πασσάλους, σαν αυτούς που πουλούσε ο Ντέιβ, για το ράντζο που είχε στην πόλη του Τέρυττον. Πήγε, λοιπόν και ζήτησε δυο ντουζίνες από το εμπορικό. Ο Ντέιβ, φυσικά, δεν είχε ξεχάσει την εξυπηρέτηση που του είχε κάνει ο Τομ και αισθανόταν υποχρεωμένος. Έτσι, σκέφτηκε ότι ήταν η ευκαιρία να ξεπληρώσει την χάρη, με το να μην δεχθεί τα χρήματα του Τομ. Ήξερε ότι για τον Τομ αυτά τα χρήματα ήταν περισσότερο χρήσιμα στην οικογένεια και τα δυο παιδιά του. Αρνήθηκε ευγενικά να πάρει τα χρήματα από τον Τομ. Ο Φλέτσερ όμως δεν ήταν σύμφωνος.
«Δεν υπάρχει περίπτωση να μην σε πληρώσω, Ντέιβ», είπε.
Ο Σπέισι απάντησε:
«Όπως δεν δέχθηκες τα χρήματα μου πριν λίγο καιρό έτσι κι εγώ δεν δέχομαι τα δικά σου τώρα»…
«Εντάξει, είπε ο Τομ, ξέρω τι πρέπει να κάνω».
Μετά από δυο μήνες, ο Ντέιβ είχε ξεχάσει τα δυο παραπάνω γεγονότα και μαζί είχε ξεχάσει ότι είχε γενέθλια. Το θυμόταν όμως ο Τομ Φλέτσερ. Έτσι την μέρα των γενεθλίων του, ο Τομ χτύπησε την πόρτα του σπιτιού του. Όταν άνοιξε την πόρτα ο Μπιλ, αντίκρισε τον Τομ φορτωμένο με ένα μοσχαράκι έτοιμο για ψήσιμο στον ώμο και με ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπο.
«Χρόνια πολλά, ξάδερφε», είπε. «Σου έφερα ένα μοσχαράκι να τσιμπήσεις με τους φίλους σου κάνα μεζεδάκι»… 
«Βρε συ τρελέ –είπε ο Ντέιβ– πήγες στο Τέρυττον για να μου φέρεις το μοσχαράκι, δώρο για τα γενέθλια μου, που ακόμα κι εγώ τα είχα ξεχάσει; Είσαι εντελώς τρελός. Αλλά γι αυτό σ’ αγαπώ. Κάτσε όμως τώρα να δοκιμάσουμε το μεζεδάκι που έφερες».
Ο Τομ απάντησε:
«Δεν μπορώ να κάτσω γιατί πρέπει να γυρίσω στο Τέρυττον πριν βραδιάσει». Ο Μπιλ ήξερε ότι αυτό ήταν ψέμα. Ο μόνος λόγος που έφευγε ήταν η περηφάνια του. Τον ήξερε αυτόν τον τρελό. Έτσι ξεροκέφαλος ήταν πάντα. Τον άφησε λοιπόν να φύγει, χωρίς να επιμένει παραπάνω κι ας ήξερε ότι δεν θα πήγαινε στο Τέρυττον, τουλάχιστον απόψε.

***
Πάνε περισσότερο από 10 χρόνια, από τότε, που ο Τομ είχε εγκαταλείψει την γενέτειρα πόλη του, το Τέρυττον και είχε εγκατασταθεί στην πόλη του Νάσβιλ. Ο λόγος που το έκανε αυτό είναι γιατί το Νάσβιλ ήταν πιο μεγάλη πόλη, είχε περισσότερες ευκαιρίες και για τον ίδιο και για την οικογένεια του. Τα δυο παιδιά που απέκτησε είχαν την ευκαιρία να μάθουν γράμματα, μιας και το Νάσβιλ διέθετε και σχολείο, σε αντίθεση με το Τέρυττον που σιγά-σιγά γινόταν πόλη-φάντασμα και στέκι παρανόμων. Στο Νάσβιλ είχε και μερικούς μακρινούς συγγενείς που πίστευε ότι θα τον βοηθούσαν σε μια δύσκολη ώρα. Εξ άλλου, ο ευέξαπτος χαρακτήρας και το ξερό του κεφάλι τον είχαν καταντήσει σχεδόν ανεπιθύμητο στην γενέτειρα του. Δεν ανεχόταν την αδικία και δεν μπορούσε να κάνει τα στραβά μάτια στις διάφορες μικροκομπίνες και απατεωνιές που οργάνωναν κάποιοι κάτοικοι αυτής της πόλης.
Από την άλλη μεριά, είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του μια σεβαστή έκταση όπου μπορούσε να βόσκει τα γελάδια του, την βασικότερη πηγή εισοδήματος του. Βέβαια τα χέρια του «έπιαναν» και ήταν ικανός να επισκευάζει πολλά πράγματα αλλά τα χρήματα που έβγαζε με αυτόν τον τρόπο δεν αρκούσαν για να συντηρήσει την τετραμελή οικογένεια του. Έτσι ήταν αναγκασμένος να μην εγκαταλείψει εντελώς το Τέρυττον, τουλάχιστον μέχρι να βρει μια έκταση να αγοράσει, πουλώντας αυτήν που είχε εκεί. Αποφάσισε λοιπόν να πηγαίνει, μέρα παρά μέρα στο ράντσο του στο Τέρυττον, ώστε να φροντίζει τα ζώα του, μέχρι να βρεθεί η ευκαιρία που περίμενε.
Αλλά οι έχθρες που είχε δημιουργήσει στο Τέρυττον παρέμεναν. Όσοι τον εχθρεύονταν λυσσομανούσαν μόλις τον έβλεπαν να φτάνει κοντά. Ξεφυσούσαν, άλλαζαν δρόμο, βλαστημούσαν και τον καταριόντουσαν.
Το ράντζο του, εκεί στο Τέρυττον, αποτελούσε εμπόδιο για τα σχέδια που είχαν. Ήταν ακριβώς στο διάβα τους προς τα σύνορα, όπου και διακινούσαν όπλα παράνομα.
Άρχισαν έτσι να σκέφτονται πώς να τον ξεφορτωθούν.  Έπρεπε, όμως, να βρουν έναν άλλο να κάνει αυτή την δουλειά. Και περισσότερο κατάλληλος γι' αυτό δεν ήταν άλλος από τον γείτονα του στο ράντζο,  Μπεν Στόουπ.
Χαμηλής νοημοσύνης καθώς ήταν δεν άργησαν να τον πείσουν ότι ο μεγαλύτερος εχθρός του ήταν ο Τομ. Άρχισαν κρυφά τα βράδια να κλέβουν μοσχαράκια από τον Μπεν και να κατηγορούν τον Τομ ότι το έκανε. Δεν ήθελε και πολύ ο Μπεν να το πιστέψει. Δεν τον συμπαθούσε και πολύ, δεν άργησε να του κηρύξει τον πόλεμο και να τον κατηγορεί ανοικτά.
Ταυτόχρονα, ο Τομ άρχισε να εντοπίζει κλοπές και στα δικά του ζώα και να υποψιάζεται τον Μπεν ως ένοχο. Η πλεκτάνη είχε στηθεί πλέον.
Κάθε φορά που συναντιόντουσαν στο δρόμο ή σε κάποιο σαλούν του Τέρυττον, άρχιζαν τον καβγά. Στην αρχή μόνο στα λόγια και στην συνέχεια, σχεδόν πάντα, κατέληγαν στα χέρια. Πολλές φορές βγήκαν και πιστόλια από τις θήκες τους. Αλλά ευτυχώς ο Μπεν και ο Τομ ποτέ δεν τράβηξαν την σκανδάλη. Από την μια ο Μπεν δεν τολμούσε να πυροβολήσει και από την άλλη ο Τομ λυπόταν κατά βάθος την κατάσταση του αντιπάλου του. Ο Μπεν δεν ήταν μόνο χαμηλής νοημοσύνης, είχε και τέσσερα παιδιά…
Οι επιτήδειοι, όμως, δεν το έβαζαν κάτω. Συνέχιζαν το αποτρόπαιο έργο τους και έσπερναν τα ζιζάνια της διχόνοιας μεταξύ των δύο. Ο χρόνος ήταν με το μέρος τους. Κάποια στιγμή θα κατάφερναν αυτό που ήθελαν: να φύγει ο Τομ από την μέση.
Δεν μπορούσαν να περιμένουν να φύγει μόνος του. Αφού έτσι κι αλλιώς αυτό ήθελε κι ο ίδιος. Έναν αγοραστή περίμενε να βρει και θα τους άδειαζε τη γωνιά. Αλλά μέχρι τότε έπρεπε κάπως να ζήσει την οικογένεια του. Βέβαια δεν ήξερε τις συναλλαγές  που γινόταν εκεί και από ποιους. Ίσως κάτι να υποψιαζόταν, αλλά δεν ήταν απόλυτα σίγουρος.
Μια μέρα, ο Τομ κι ο Μπεν ξανασυναντήθηκαν λίγο έξω από το ράντζο του πρώτου. Αντάλλαξαν άσχημα λόγια και να νεύρα του Τομ ξεπέρασαν κάθε όριο. Τράβηξε το κολτ του και απειλώντας τον Μπεν τον έριξε κάτω και άρχισε να τον χτυπάει αλύπητα με κλωτσιές. Η πρώτη βρήκε τον Μπεν στο στομάχι και σχεδόν λιποθύμησε από τον πόνο. Στην συνέχεια ο Τομ του τράβηξε το κολτ από την θήκη και το πέταξε μακριά σε ένα ξερό ρυάκι. Ασφάλισε το δικό του στην θήκη του και πλησίασε τον Μπεν που δεν είχε συνέρθει ακόμα από την πρώτη κλοτσιά. Τον σήκωσε από τα πέτα και του είπε:
«Κατάλαβε το, κλέφτης δεν είμαι. Έχεις αποδείξεις ότι σου έκλεψα εγώ τα ζώα σου;»
«Δεν θέλω αποδείξεις για σένα, καταραμένε!», ήταν η απάντηση του Μπεν.
Ο Τομ έγινε κατακόκκινος από τον θυμό του. Να τον πει κλέφτη αυτός που υποψιαζόταν ότι τον κλέβει; Ούτε αυτός είχε αποδείξεις για τον Μπεν, αλλά η συμπεριφορά του τον ανάγκαζε να τον υποψιάζεται περισσότερο. Ο Μπεν άρχισε πάλι να τον βρίζει και να τον καταριέται. Ο Τομ δεν συγκρατήθηκε άλλο. Με μια γροθιά στο σαγόνι έριξε τον Μπεν πάλι κάτω. Άρχισε να τον χτυπά με κλωτσιές παντού σ’ όλο το σώμα του. Πόση ώρα, ούτε ο ίδιος ξέρει. Στο τέλος ο Μπεν κείτονταν μισολιπόθυμος στο χώμα. Αίμα έτρεχε από τα χείλια του και οι μελανιές άρχιζαν σιγά-σιγά να εμφανίζονται στο σώμα του. Για άλλη μια φορά ο Τομ το παράκανε κι ας είχε δίκιο. Πάλι ο οξύθυμος χαρακτήρας του τον οδήγησε σ’ άλλο ένα λάθος. Έφυγε με σκυμμένο το κεφάλι, αλλά το λάθος είχε γίνει.
Πήρε τον δρόμο για το Νάσβιλ.

***
Ο Τομ ξεκίνησε από το Νάσβιλ προς το ράντζο του στο Τέρυττον. Εκατό μέτρα πριν το ράντζο του και αμέσως μετά από μια στροφή βλέπει ξαφνικά πάλι τον Μπεν. Το πρόσωπο του ήταν πρησμένο από τα προχθεσινά χτυπήματα και τα μάτια του κατακόκκινα από θυμό.
«Τώρα όμως δεν μου γλιτώνεις, άτιμε!», φώναξε στον Τομ, σηκώνοντας την καραμπίνα που κρατούσε. Οι κινήσεις του όμως ήταν αργές. Το σώμα του τον πονούσε αφόρητα κι έτσι ο Τομ τον πρόλαβε και άρπαξε από την κάνη της καραμπίνας και την παραμέρισε ώστε να μην τον σημαδεύει. Ταυτόχρονα του είπε:
«Δεν σου έφτασε το προχθεσινό ξύλο;»
Πάλι άρχισε να θυμώνει και σήκωσε το χέρι του να χτυπήσει τον Μπεν Στόουπ. Η κίνηση έμεινε στην μέση. Ένας πυροβολισμός ακούστηκε σαν κεραυνός κι έκανε κομμάτια την πρωινή γαλήνη. Ο Τομ Φλέτσερ ένιωσε ένα κάψιμο στην δεξιά ωμοπλάτη του. Μια σφαίρα καρφώθηκε και άρχισε την θανατηφόρα τρελή πορεία της στο σώμα του Τομ. Ξεκίνησε από την δεξιά ωμοπλάτη, εξοστρακίστηκε και προχώρησε στο δεξί μπράτσο, για να καταλήξει στο αγκώνα του δεξιού χεριού όπου και βρήκε έξοδο. Έτσι το δεξί χέρι του αχρηστεύτηκε. Ο Τομ Φλέτσερ άφησε τον Μπεν Στόουπ και προσπάθησε να καταλάβει τι έγινε.
Ναι, κάποιος τον πυροβόλησε από πίσω. Αλλά γιατί δεν τον πήρε χαμπάρι; Μάλλον ήταν κρυμμένος λίγο πιο πέρα. Ναι, εκεί, πίσω από τον βράχο ψηλά πάνω από την στροφή. Ήταν μια τέλεια κρυψώνα.
Προσπάθησε να σύρει το κολτ με το αριστερό του χέρι από την δεξιά θήκη του. Έκανε αρκετά βήματα πίσω δίνοντας χώρο και την ευκαιρία στον Μπεν να τον ξανασημαδέψει με την καραμπίνα του. Ο Στόουπ καλά-καλά δεν σημάδεψε και πυροβόλησε. Η σφαίρα βρήκε τον Τομ στο αριστερό πόδι, ψηλά στον μηρό. Αυτός έπεσε χάμω. Μόλις είχε τραβήξει το κολτ του, αλλά ο πόνος των δύο τραυμάτων του τον είχε παραλύσει. Ο Μπεν πλησίασε γρήγορα και σχεδόν εξ επαφής τον πυροβόλησε στο στήθος.
Ο Τομ σκέφτηκε την γυναίκα του και τα δύο ανήλικα παιδιά του. Η ζωή άρχισε να δραπετεύει γοργά από μέσα του. Το μόνο που πρόλαβε να πει ήταν η λέξη «Άτιμοι…».
Ένα ρυάκι από αίμα έπνιξε την φωνή του και βγήκε από το στόμα του παίρνοντας και την τελευταία ικμάδα ζωής από μέσα του.  
Από ψηλά βρέθηκε να παρακολουθεί την συνέχεια των γεγονότων. Αλλά δεν τον ενδιέφεραν πια.
Άκουσε φωνές να λένε: «Επιτέλους, τον φάγαμε».
«Τι θα κάνω τώρα;».
«Πήγαινε να πεις στο σερίφη του Νάσβιλ ότι σε πυροβόλησε και ότι βρισκόσουν σε αυτοάμυνα και τον σκότωσες για να μην σε σκοτώσει. Έχεις τέσσερα παιδιά, δεν θα σου κάνουν τίποτα. Μην φοβάσαι, έχεις το Νόμο με το μέρος σου. Έχεις κι εμάς μάρτυρες».
Αλλά ο Τομ από εκεί που βρισκόταν δεν μπορούσε να πει τίποτα. Άλλωστε δεν τον ένοιαζε πια. Δεν πονούσε, κι ένοιωθε ανάλαφρος να ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά, όλο και πιο ψηλά…

ΤΕΛΟΣ

© Copyright: Τα δικαιώματα παραμένουν στον συγγραφέα και παρακαλούμε όπως είστε ιδιαιτέρως προσεκτικοί σε περίπτωση αντιγραφής μέρους του κειμένου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...